Της Ελευθερίας Ράπτου
Ο "Μαγικός Αυλός" του Αμαντέους Μότσαρτ είναι ένα έργο που αν μη τι άλλο εισάγει γοητευτικά το μέσο κοινό στον υπέροχο, αλλά υψηλά κωδικοποιημένο κόσμο της όπερας. Είναι δε πολύ σημαντικό το κοινό αυτής της υψηλής και αυστηρής καλλιτεχνικής φόρμας να ανανεώνεται. Οι παραστάσεις όπερας πρέπει να απευθύνονται με επιμελή ανοικτότητα στους νέους που ασχολούνται με τη μουσική, φοιτούν σε μουσικά σχολεία και δαπανούν ώρες σε ωδεία.
Ο Μότσαρτ (1756-1791) συνθέτει την κωμική του όπερα (opera buffa ή singspiel, κατά τη γερμανική ορολογία) την άνοιξη του 1791. Παρουσιάζεται τον Σεπτέμβριο του 1791 σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σίκανεντερ, στη Βιέννη, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Η ιστορία αγάπης του πρίγκιπα Ταμίνο και της πριγκίπισσας Παμίνα σε μια εξωτική χώρα, που είναι κατά τα φαινόμενα η Αίγυπτος, η Βασίλισσα της Νύχτας και μητέρα της Παμίνα, ο κυνηγός πουλιών Παπαγκένο, η αγαπημένη και alter ego του Παπαγκένα, ο μάγος και ιερέας του Ήλιου, του Όσιρι και της Ίσιδας Ζαράστρο, ο μαυριτανός Μονόστατος, σε συνδυασμό με την εξωτική, παραμυθιακή και μυστικιστική ατμόσφαιρα του έργου, συγκροτούν ένα οπερατικό γεγονός ιδανικό για το νεαρό κοινό, που γεύεται για πρώτη φορά (ή και όχι) την γοητεία της όπερας.
Στο σύνθετο νοηματικά, υφολογικά και συμβολικά έργο του, ο Μότσαρτ μπλέκει ιδιοφυώς ποικίλα μουσικά είδη: κωμικά και λαϊκά τραγούδια, λυρικές άριες, ρετσιτατίβι, κολορατούρα άριες, τελετουργική μουσική, επιβλητικά χορωδιακά μέρη κ.ά.
Με την υπόθεση του έργου να αφορά μια ιστορία αγάπης, περιπετειών, τελετουργιών και αίσιου τέλους, ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, οι μουσικοί, οι λυρικοί ηθοποιοί έχουν να διαχειριστούν ένα υλικό πλούσιο και ατίθασο.
Υπό αυτούς τους όρους η παράσταση του Μαγικού Αυλού (25 Οκτωβρίου) κινείται με αρκετή ερμηνευτική ελευθερία, χωρίς όμως να παραβιάζει τον παραστασιακό και νοηματικό πυρήνα του έργου. Η σκηνοθεσία του Αρνώ Μπερνάρ, που αναβιώνεται από τον Ίωνα Γκεσούλη, υπόσχεται στις πρώτες σκηνές του έργου την περιπέτεια. Ωστόσο, στην πορεία μοιάζει να ξεφουσκώνει, αφήνοντας τους ηθοποιούς ανυποστήριχτους, βυθισμένους σε ένα επίμονο μπλε ιώδες χρώμα, κινησιολογικά αμήχανους - με εξαίρεση τον Παπαγκένο (Χ. Ανδριανός) και την Παπαγκένα (Μ. Μαργαρίτη), που καταδεικνύουν ότι ο λυρικός ηθοποιός έχει διφυή υπόσταση. Το ζευγάρι Ταμίνο και Παμίνα (Α. Κορωναίος - Μ. Μητσοπούλου) δεν βγάζει τη θέρμη του ερωτευμένου ζευγαριού αλλά ούτε και τη χάρη της νιότης. Μάλλον αδικούνται από τη διανομή και τη σκηνοθεσία. Πολύ καλός στον ρόλο τού Μονόστατου ο Χρ. Κεχρής, ενώ φωνητικά μεστή και επιβλητική είναι η Β. Καραγιάννη στον ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας. Ο βαθύφωνος Δ. Κασιούμης, στον ρόλο του Ζαράστρο, είναι εξίσου επιβλητικός, αν και αδικείται κατάφωρα από τον κροκί χιτώνα που διαλέγει να του βάλει ο ενδυματολόγος - σκηνογράφος Μ. Σβενγκλ. Η ενδυματολογική και σκηνογραφική άποψη αποτελεί το τρωτό σημείο της παράστασης, ευτυχώς χωρίς να αφαιρεί από το λυρικό σκέλος τη μαγεία. Στη λυρική μαγεία έμεινε και η παρέα των εφήβων που καθόταν δίπλα μου και τούτο αποτελεί κέρδος. Ας μείνουμε και σε κάτι πολύ ελπιδοφόρο: Το λυρικό μας θέατρο δεν πάσχει από ταλέντα. Από επαρχιώτικες αντιλήψεις ίσως, αλλά και αυτό μπορεί να είναι και ιάσιμο.