Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Δεν είχαμε μέχρι σήμερα επισκεφθεί το (δημοτικό) Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού, που, αν και απέχει λιγότερο από τον σταθμό του μετρό «Αττική», είναι μολαταύτα ευχερέστερα προσβάσιμο, με περίπου 10λεπτο ταχύ βηματισμό, από εκείνον των «Σεπολίων». Οι συνεπείς αναγνώστες της στήλης γνωρίζουν -και ίσως δικαίως αποδοκιμάζουν- το πόσο ελάχιστα ευεπίφοροι είμαστε σε «ηρωισμούς» της μορφής αυτής, ιδίως ως επίμετρο βιοποριστικού ωραρίου. Το δέλεαρ, ωστόσο, ήταν μεγάλο για τον εντός μας «μελομανή», όπως οι ίδιοι εξελληνίζουμε τον χαρακτηρισμό του «οπερατζή» που με αγάπη μάς αποδίδεται. Διότι σε αυτό τον ελάχιστα πιθανό χώρο, μέσα στις ατμοσφαιρικές φυλλωσιές ενός αστικού δασυλλίου και με τη σχεδόν ολόγιομη Σελήνη να ελλοχεύει, η Αθήνα έζησε την πρώτη επί του εδάφους της παρουσίαση, μετά τη δεκαετία του 1890, μιας από τις πιο δυνατές πρώιμες όπερες του Τζουζέππε Βέρντι, υπό τον τίτλο «I Due Foscari» (Οι δύο Φόσκαρι, Ρώμη, Τεάτρο Αρτζεντίνα, 3 Νοεμβρίου 1844), μια δημιουργία βασισμένη στο ομοιότιτλο θεατρικό έργο του Λόρδου Μπάυρον, του έτους 1821, που σηματοδότησε τη δεύτερη συνεργασία του συνθέτη με τον λιμπρετίστα Francesco Maria Piave (Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, 1810-1876), μετά τον «Ερνάνη» και πριν από πολλές άλλες που ακολούθησαν.
Η έμμεση συμβολή του Μπάυρον στην πραγματοποίηση του εγχειρήματος υπήρξε καθοριστική, όπως αποκάλυψε, μετά το τέλος της παράστασης, ο εκ των πρωταγωνιστών Βαγγέλης Χατζησίμος, αποδίδοντας ασαφή εύσημα σε παρούσα μεταξύ των θεατών εκπρόσωπο σωματείου προώθησης της βυρωνικής ιδέας του Δήμου της «Ιεράς πόλεως Μεσολογγίου». Επιβεβαιώθηκε έτσι ο τυχαίος τρόπος με τον οποίο η αξιέπαινη αυτή αναβίωση εμφιλοχώρησε στον σχεδιασμό των «πολύχρωμων» πολιτιστικών δράσεων της πρωτεύουσας. Σε μια ζωή, μολαταύτα, που αρκετοί έχουμε γαλουχηθεί με την αρχή της απόδοσης ευγνωμοσύνης για ό,τι -έστω και απροσδοκήτως- καλό μάς προκύπτει, αυτή ομολογείται αβίαστα εκ μέρους μας και εν προκειμένω όχι μόνο για την ποιότητα της έντασης καλλιτεχνικών προθέσεων και αντίστοιχης προσπάθειας που επενδύθηκε, αλλά και για τους ιστορικούς συνειρμούς στους οποίους ο μη συμβατικός χώρος του δρωμένου μάς διευκόλυνε.
Εν πρώτοις, λοιπόν, ας επισημάνουμε ότι η όπερα αφηγείται μια «πραγματική» ιστορία! Την τραγική σύγκρουση καθηκόντων του Δόγη Francesco Foscari (Φραντσέσκο Φόσκαρι, Βενετία 1373 [1423] - 1/11/1457) σε σχέση με την καταδικαστική ετυμηγορία του πανίσχυρου Συμβουλίου των Δέκα της Βενετίας έναντι του μόνου επιβιώσαντος από τους 4 γιούς του Jacopo (Γιάκοπο Φόσκαρι, Βενετία 1416 - Χανιά 12/01/1457). Στις αλλεπάλληλες καταδίκες του τελευταίου ρίχνει βαριά τη σκιά της η αντιζηλία του θανόντος εν έτει 1438 στρατηλάτη Pietro Loredan (Πιέτρο Λορεντάν) έναντι του πατέρα του, ο οποίος, παρά προσδοκίαν, είχε επικρατήσει στην εκλογή για το ανώτατο αξίωμα της Γαληνοτάτης. Ο νεαρός Φόσκαρι απεβίωσε τελικά, πνευματικά διασαλευμένος και σωματικά εξαντλημένος από τις κακουχίες, παρά τις συνεχείς στην όπερα εκκλήσεις της συζύγου του Lucrezia Contarini (Λουκρέτσια Κονταρίνι), στην οποία, κατά το λιμπρέτο, απαγορεύεται με συνέπεια να τον ακολουθήσει στα Χανιά, τον τόπο της ισόβιας εξορίας. Η αθωότητα του Γιάκοπο πάντως, τουλάχιστον ως ηθικού αυτουργού δολοφονίας, αποκαλύπτεται κάπως βιαστικά στο έργο, μετά τον θάνατό του, αλλά δεν εμποδίζει την περίπου άμεση εκθρόνιση του πατέρα και τον θάνατό του, στην πραγματικότητα λίγους μήνες αργότερα. Φυσικά η ιστορία που ενέπνευσε τον Μπάυρον και τον Βέρντι συνοψίζεται από αυτούς με κάποια απροσδιοριστία και με τη χρώση λεπτομερειών που συγκρότησε το εξωραϊστικό υπόβαθρο της ρομαντικής έμπνευσης.
Στην πραγματικότητα πάντως ο Φραντσέσκο Φόσκαρι υπήρξε ο μόνος της οικογένειάς του, αλλά ένας από τους σημαντικότερους, μακροβιότερους, πλέον λαοφίλητους και συνάμα λαομίσητους δόγηδες, κερδίζοντας τον αντίπαλό του Λορεντάν, η οικογένεια του οποίου έμελλε εν τούτοις να αποδώσει τρεις δόγηδες στη Γαληνοτάτη τον αμέσως επόμενο αιώνα. Ο Φόσκαρι ενεπλάκη σε πολέμους με τον Δούκα του Μιλάνου Φιλίππο Μαρία Βισκόντι, κατευθείαν πρόγονο του σπουδαίου και στην όπερα σκηνοθέτη Λουκίνο, γνωστού λόγω των κομμουνιστικών του φρονημάτων και ως «κόκκινου δούκα»! Ο Γιάκοπο, από την άλλη πλευρά, έζησε τόσο απερίσκεπτα, ώστε να καταστεί πιστευτός στόχος αλλεπάλληλων δικαστικών διώξεων (1445, 1450 και 1456), αρχικά για δωροληψία από τον Δούκα και αργότερα για -δι' επιστολών από τα Χανιά προς τον ίδιο και τον Μωάμεθ τον Πορθητή- συνωμοσία κατά της πατρίδας του. Όσο για την επί σκηνής σπαραξικάρδια αφοσίωση της Λουκρέτσια στο πρόσωπό του, οφείλει να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι ο γάμος τους ακολούθησε απόπειρα δολοφονίας του Φραντσέσκο από έναν Κονταρίνι, όνομα που σημειωθήτω έφεραν συνολικά οκτώ δόγηδες, ίσως με την ηθική αυτουργία του χαμένου της αναμέτρησης Λορεντάν. Γοητευτική υποσημείωση: Ο συγγενής της Λουκρέτσια Bartolomeo Contarini (Μπαρτολομέο Κονταρίνι) υπήρξε κυβερνήτης στα χώματα της δικής μας πόλης -και της σχολιαζόμενης παράστασης- εξ ονόματος του ανήλικου γιου της συζύγου του, Φραγκίσκου Α' των Ατσαγιόλι, Δούκα των Αθηνών («Αθηνών και Νέων Πατρών» για την ακρίβεια), τίτλου τον οποίο παρεμπιπτόντως μέχρι σήμερα φέρουν, μέσω της κληρονομιάς του στέμματος της Αραγωνίας, οι βασιλείς της Ισπανίας! Συνεχίζεται...