Live τώρα    
ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΖΟΛΔΗ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΫΡΩΙΤ (2.2) / Αυλαία για τις παραγωγές «Ιπτάμενου Ολλανδού» και «Λόενγκριν»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΖΟΛΔΗ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΫΡΩΙΤ (2.2) / Αυλαία για τις παραγωγές «Ιπτάμενου Ολλανδού» και «Λόενγκριν»

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Αυτό που εξυψώνει καθοριστικά τον νέο Τριστάνο και Ιζόλδη του Φεστιβάλ Μπάυρώιτ είναι πρωτίστως η μουσική διεύθυνση του Κρίστιαν Τήλεμαν, κυριολεκτικά αποκαλυπτική ποιοτήτων, τις οποίες δυσχερώς θα του πιστώναμε επί τη βάσει μιας συχνά προβλέψιμης «παλαιάς σχολής» που συνήθως μετέρχεται. Υπό την μπαγκέτα του η απόδοση της παρτιτούρας ήρθη σε εκστατικό επίπεδο εσωτερικής λάμψης και ενορχηστρωτικής διαφάνειας, ολοζώντανη αλλά όχι κατάφορτη στη συμβολή και τον σχολιασμό της δράσης, ανάλαφρη και ηφαιστειώδης για τις ιδεαλιστικές πτήσεις του ερωτικού πάθους, ρομαντική και διεισδυτική όσο θα έπρεπε να είχε τολμήσει η παραγωγή.

Η περιπετειώδης αποχώρηση της αρχικώς προβλεπόμενης Ιζόλδης Anja Kampe (Άνια Κάμπε), λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη του Φεστιβάλ, οδήγησε στην εξίσου περιπετειώδη -καθότι επείγουσα- επιστράτευση της έμπειρης Evelyn Herlitzius (Έβελυν Χερλίτσιους), κυριολεκτικά την επαύριον κύκλου παραστάσεών της στον φονικό επώνυμο ρόλο της Ηλέκτρας του Ρίχαρντ Στράους: αποτέλεσμα η άφωνη συμμετοχή της στη γενική δοκιμή και μια απόδοση με εύλογα προβλήματα φωνητικής κόπωσης και προσαρμογής στην πρεμιέρα, ακουστά κατά τη ραδιοφωνική μετάδοση της 25ης Ιουλίου. Είχαμε ήδη από το πρώτο εκείνο βράδυ αισθανθεί έντονη την ανάγκη να τηρήσουμε απόσταση από την εν πολλοίς δικαιολογημένη, αλλά ανεπιεική, κριτική αποτίμηση της απόδοσής της, όχι απλώς για την ετοιμότητά της να διασώσει τη νέα παραγωγή με την παρουσία της, αλλά και για λόγους ιδιωματικής φωνητικής υποκριτικής, αρετής δυσεύρετης σε εποχή που κυριαρχεί η εκφραστική ανωνυμία.

Επέκεινα των ορίων της σε ρόλους όπως η Βρουγχίλδη, η Κούντρυ, αλλά και η Ιζόλδη (η κόντρα νότα του «Preis» στη διήγηση της α' πράξης θα παραμείνει γι' αυτήν απραγματοποίητο όνειρο), η Χερλίτσιους ενσάρκωσε μιαν Ιζόλδη αξιομνημόνευτα ευαίσθητη και απαράλλαχτα τρωτή, με μιαν ολωσδιόλου προσωπική βίωση και ιδιοποίηση του βαγκνερικού cantar recitando. Και είναι αυτή που μάς κράτησε καθηλωμένους στην παράσταση της 13ης.08 που παρακολουθήσαμε, παρά την όποια κόπωση ή απόκλιση από την εκτελεστική εντέλεια παρουσίασε στη διαδρομή της βραδιάς. Παραδόξως μάλιστα η σύμπραξή της με έναν από τους πλέον καλοτραγουδισμένους Τριστάνους της πρόσφατης ιστορίας του Φεστιβάλ, τον Αμερικανό τενόρο Stephen Gould (Στήβεν Γκουλντ), βετεράνο στον Πράσινο Λόφο και προσφάτως τιμηθέντα με την υψηλή διάκριση του Αυστριακού Kammersänger, ενίσχυσε τη θετική εντύπωσή μας για την παρτενέρ του, αφού συχνά η υγιέστατη και ευφωνική εκφορά του, ακόμη και στο απαιτητικό παραλήρημα της γ' πράξης, κατέλειπε αίσθηση ελλιπούς βιωματικού ενστερνισμού του βαγκνερικού λόγου εκ μέρους του. Ένα έλλειμμα περισσότερο αισθητό στην παραπονιάρικη απάντηση προς τον βασιλιά, περί το τέλος της β' πράξης, όπου ακόμη αναζητούμε το άλγος και την ηχοχρωματική πικρία ενός Λάουριτς Μέλχιορ, Τριστάνου αναντικατάστατου από τη δεκαετία του 1940.

Παρακάμπτοντας τον φωνητικά και υποκριτικά ωχρό Κούρβεναλ του Ιρλανδού βαρυτόνου Iain Patterson (Ίεν Πάτερσον), συγκλίνουμε στη γενική εκτίμηση τόσο για την ασφαλή, ομοιογενή και καλλιεπή απόδοση του βαθυφώνου Georg Zeppenfeld (Γκέοργκ Τσέπενφελντ) στον ρόλο του βασιλιά Μάρκε, όσο και για την εύρωστη Μπρανγκαίνε της ανερχόμενης μεσοφώνου Christa Mayer (Κρίστα Μάγιερ) ενώ σημειώσαμε θετικά τον βαρύτονο Raimund Nolte (Ράιμουντ Νόλτε) ως ερμηνευτή του προδότη Μέλοτ, αλλά και τον πρωτοεμφανιζόμενο τουρκικής καταγωγής Βερολινέζο τενόρο Tansel Akzeybek (Τανζέλ Ακζεϋμπέκ) στα μικρά μέρη του νεαρού ναύτη και του βοσκού.

Η ευτέλεια της σκηνογραφίας και της ενδυματολογίας δεν επέτρεψε την ορατή βελτίωση της παραγωγής του Ιπτάμενου Ολλανδού (15.08.2015), παρά τις όποιες «επεξηγηματικές» παρεμβάσεις σε μια σύλληψη όπως αυτή του Jan Philipp Gloger (Γιαν Φίλιπ Γκλόγκερ), που εξόρισε δραστικά το ρομαντικό στοιχείο από τον μύθο με μοιραίες συνέπειες για το αποτέλεσμα. Θριαμβευτές εδώ η χορωδία και η ορχήστρα του Φεστιβάλ υπό την ζωηρή και ενεργητική διεύθυνση του Axel Kober (Άξελ Κόμπερ) επικεφαλής μιας διανομής ορατών και περιορισμένων ορίων (Samuel Youn [Σάμουελ Γιουν] ως Ολλανδός, Ricarda Merbeth [Ρικάρντα Μέρμπετ] ως Σέντα, Kwanchul Youn [Κβάντσούλ Γιουν] ως Ντάλαντ). Περισσότερο ευτύχησαν οι τενόροι Tomislav Muzek (Τόμισλαβ Μούζεκ), ως παθιασμένος αλλά αντιπαθής Έρικ, και Benjamin Bruns (Μπένιαμιν Μπρουνς), ως εύαρθρος και υπερκινητικός τιμονιέρης, ενώ σημειώνουμε την κυριολεκτικά πολυτελή Φράου Μάρυ της Κρίστα Μάγιερ.

Λυτρωτικό επίμετρο αποτέλεσε ο Λόεγκριν (16.08), στην τελευταία σειρά παραστάσεων της παραγωγής του Hans Neuenfels (Χανς Νώυενφελς), με σεβασμό στα essentialia του μύθου παρά τα ασαφή ή απλώς πικάντικα καρυκεύματα της δράσης. Στα «συν» η εμπροσθοβαρής μουσική διεύθυνση του Alain Altinoglu (Αλαίν Αλτινογκλύ) και οι εξέχοντες συντελεστές μιας συνολικά ικανοποιητικής φωνητικής διανομής, ο ήδη μυθικός επώνυμος ήρωας του Klaus Florian Vogt (Κλάους Φλόριαν Φογκτ) -τουλάχιστον στον συγκεκριμένο χώρο- και η καλλιεπής -σε όλο το φάσμα της απαιτητικής tessitura του ρόλου της- Όρτρουντ της οικείας στους Αθηναίους από παλαιότερες εμφανίσεις της στο ΜΜΑ Petra Lang (Πέτρα Λανγκ). Ψίθυροι την φέρουν ως τη νέα Ιζόλδη στο Φέστσπηλχάουζ. Οψόμεθα ες 2016!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0