Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ήδη από τη δεκαετία του 1960, η τάση των καλλιτεχνών της μουσικής είναι να ερμηνεύουν και να ηχογραφούν το σύνολο των μορφολογικά ομοειδών έργων των συνθετών, είτε μιλούμε για συμφωνίες και κοντσέρτα είτε για σονάτες, τρίο και κουαρτέτα ή για έργα φωνητικής μουσικής. Το φαινόμενο έχει ήδη λάβει τόσο σαρωτική διάσταση ώστε, αν ένας, ακόμη και εξόχως σημαντικός, δεν παρουσιάζει και / ή δεν ηχογραφεί όλες τις 9 συμφωνίες ή τις 32 σονάτες για πιάνο του Μπετόβεν, τότε να μην καταγράφεται στο πρώτο επίπεδο συνειρμικής αναδρομής του ενημερωμένου κοινού ως σημαντικός ερμηνευτής έργων του κατά περίπτωση θεματολογίου. Ο κανόνας ήταν κάποτε άλλος: Οι καλλιτέχνες επέλεγαν να επικεντρωθούν σε συγκεκριμένα έργα, προς τα οποία αισθάνονταν μεγαλύτερη γνωστική και βιωματική εγγύτητα, παραβλέποντας άλλα, ασχέτως της ποιότητάς τους, για τα οποία -καλώς ή κακώς- ένιωθαν ανέτοιμοι ή ακατάλληλοι. Μεγάλοι που παρέμειναν προσηλωμένοι σε αυτή τη στάση ταπεινότητας και -ας μας επιτραπεί η εκτίμηση- ακεραιότητας απέναντι στη μουσική, όπως, π.χ., οι μαέστροι Carlo Maria Giulini και Seiji Ozawa, είτε παρακάμπτονται στο πλαίσιο αυτής της ολιστικής τάσης ή, όταν πείσθηκαν, όπως ο πρώτος σε μεγάλη ηλικία, να προσχωρήσουν στην ψυχαναγκαστική αυτή λογική, τότε το αποτέλεσμα υπήρξε απλώς συγκαταβατικό.
Η εισαγωγή μας συναρτάται ευθέως προς την ακολουθία των δύο συναυλιών [αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής)1 ΜΜΑ, 15-16.02.2015], κατά τις οποίες η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης παρουσίασε και τις τέσσερις συμφωνίες του Johannes Brahms υπό τη μουσική διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού Daniele Gatti, που, παρεμπιπτόντως, έχει ήδη δεσμευθεί συμβατικά για την ανάληψη της θέσης του πρώτου αρχιμουσικού της Βασιλικής Ορχήστρας Concertgebouw του Άμστερνταμ από την ερχόμενη καλλιτεχνική περίοδο διαδεχόμενος στη θέση αυτή τον αποχωρούντα Mariss Jansons. Και αυτό διότι από την παρακολούθηση αποκομίσαμε την εντύπωση ότι ο Γκάτι πέτυχε μια εντελώς διαφορετική ερμηνευτική επίδοση στις συμφωνίες που ολοκλήρωσαν τις βραδιές από εκείνη που καταγράψαμε για τις αναγνώσεις προ του διαλείμματος εκατέρας συναυλίας.
Η διαπίστωσή μας φρονούμε ότι δεν είναι άμοιρη του προβληματισμού που εκθέσαμε εν προοιμίω και τον οποίο αισθανόμαστε την ανάγκη να επεξηγήσουμε τόσο αναφορικά με τον ευπατρίδη της μπαγκέτας Τζουλίνι, τον οποίο διόλου τυχαία αξιοποιήσαμε ως παράδειγμα, όσο και σε σχέση με τον επίσης ενδεικτικώς προαναφερθέντα Οζάβα. Διότι ο Τζουλίνι, τον οποίο κατά την ακρόαση των αθηναϊκών συναυλιών διαγνώσαμε ως ερμηνευτικό πρότυπο του Γκάτι, αμφιλεγόμενος μεν ως προς τον γεροντικό του κύκλο συμφωνιών του Μπετόβεν, είχε επιτύχει εντελώς άλλης τάξεως αποτέλεσμα, διατρέχοντας επανειλημμένα τις τέσσερις του Μπραμς, στις αίθουσες ηχοληψίας του Σικάγου και της Βιέννης, σε εγγραφές δηλαδή που ανταποκρίνονταν στην επιθυμία του. Από την άλλη πλευρά, η έξοχης κεντρικότητας 1η συμφωνία που μοναχικά κατέθεσε για τον δίσκο ο Οζάβα, επικεφαλής της Συμφωνικής της Βοστώνης, ουδέποτε ελήφθη σοβαρά υπ' όψιν από τη διεθνή κριτική, προφανώς επειδή, ως ανάδελφος εγγραφή, δεν αποτελούσε βιώσιμη εμπορική πρόταση για τον αναγνώστη και υποψήφιο αγοραστή - καταναλωτή του δισκογραφικού προϊόντος με γνώμονα την πρακτική διευκόλυνση του τελευταίου στην ικανοποίηση της ανάγκης ακροαματικής διαδρομής των συμφωνιών, μιας ικανοποίησης απλούστερης και πιο οικονομικής μέσα από έναν εκ των περισσοτέρων «κύκλων» σπουδαίων αρχιμουσικών που από δεκαετιών πλέον κατακλύζουν τον σχετικό κατάλογο.
Η αντίληψη αυτή έχει ενταθεί λόγω της παγκοσμιοποίησης της αγοράς του πνευματικού αγαθού, με συνέπεια να μην είναι πλέον καν επιλέξιμος, για θέση ιθύνοντος μεγάλης ορχήστρας, όποιος δεν αποδέχεται την ένταξή του σε λογική ποσοτικής και συστηματικής κατάκτησης ρεπερτορίου και συνεπώς δεν εγγυάται την εισροή εσόδων από την εμπορική διάθεση του καλλιτεχνικού προϊόντος. Εν τέλει, λοιπόν, διακινδυνεύουμε την εκτίμηση ότι η υποχώρηση σε παρόμοιες προτεραιότητες, στον βωμό των οποίων τόσο κόστος κατέβαλαν ένας Sergiu Celibidache εν ζωή και ένας Δημήτρης Μητρόπουλος ακόμη και μετά θάνατον, δεν άφησε αλώβητο ούτε τον Ιταλό μετρ που τίμησε με την παρουσία του την περιφρονημένη Αθήνα της κρίσης και της μάχης...
* Στην ίδια αίθουσα έλαβε χώρα και το ρεσιτάλ του Δημήτρη Σγούρου που σχολιάσαμε την περασμένη Κυριακή και όχι, φυσικά, στην αίθουσα «Δ. Μητρόπουλος», όπως εκ παραδρομής αναφέρθηκε στο δημοσίευμα.