ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ
Ολοένα και πιο αισιόδοξοι γίνονται οι πολίτες αναφορικά με το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, από την ημέρα της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και σήμερα, τάση η οποία αποτυπώνεται σε πλήθος επιστημονικών ερευνών. Ενδεικτική είναι έρευνα που δημοσιοποίησε το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, η οποία πραγματοποιήθηκε από την ALCO και δείχνει σημαντική βελτίωση στο ποσοστό αισιοδοξίας των πολιτών, αναφορικά τόσο με την πορεία της ελληνικής οικονομίας όσο και των προσωπικών τους οικονομικών.
Ρεκόρ αισιοδοξίας
Σύμφωνα με αυτήν, για πρώτη φορά στα τέσσερα χρόνια διεξαγωγής της έρευνας παρουσιάζονται τα υψηλότερα ποσοστά αισιοδοξίας των πολιτών για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, 4 στους 10 ερωτηθέντες (39%) θεωρούν ότι η ελληνική οικονομία θα βελτιωθεί, σε αντίθεση με το προηγούμενο υψηλό ποσοστό του 22% που είχε σημειωθεί καθ' όλη την προηγούμενη τετραετία και μάλιστα σε περίοδο που αναμενόταν να έρθει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Όσο για τους απαισιόδοξους, το ποσοστό ανέρχεται στο 50% του συνόλου των ερωτηθέντων, όμως είναι το χαμηλότερο της τετραετίας, διαφέροντας αρκετά από το προηγούμενο χαμηλό του 57%. Αξίζει να σημειωθεί εδώ όμως ότι προ τριετίας το ποσοστό απαισιοδοξίας των πολιτών για την πορεία της ελληνικής οικονομίας είχε φτάσει στο 93%.
Παρόμοιες εκτιμήσεις παρουσιάζονται και για την πορεία των προσωπικών οικονομικών των πολιτών, όπου και πάλι 4 στους 10 συμμετέχοντες (39%) είναι αισιόδοξοι για τη μελλοντική τους πορεία, 5 στους 10 (52%) διατηρούν πιο απαισιόδοξη στάση, ενώ οι εκτιμήσεις ολοκληρώθηκαν με ποσοστό αποχής στο 10%. Και εδώ σημειώθηκε το υψηλότερο ποσοστό αισιοδοξίας των πολιτών για τη βελτίωση της προσωπικής τους οικονομικής κατάστασης καθ' όλη την τετραετία διεξαγωγής της έρευνας.
Συμφωνούν με τη διαπραγμάτευση
Από εκεί και πέρα, οι συμμετέχοντες στην πλειοψηφία τους φαίνεται να συμφωνούν με τον τρόπο διαπραγμάτευσης της νέας κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους εταίρους, ενώ οριακά εκτιμούν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να συμβιβαστεί με τις προτάσεις των δανειστών σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις μαζί τους αποτύχουν. Τέλος, οι συμμετέχοντες εκτιμούν ότι οι προτάσεις της νέας κυβέρνησης για την οικονομία διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες προτάσεις που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση με τους Ευρωπαίους εταίρους.
Ειδικότερα, το πρώτο από τα τρία ερωτήματα που κατά περίπτωση θέτει το ΕΒΕΑ σε κάθε Οικονομικό Βαρόμετρο αναφέρεται στην εκτίμηση των πολιτών για τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με τους Ευρωπαίους εταίρους. Στη πλειοψηφία τους (με ποσοστό 53%) οι συμμετέχοντες συμφωνούν με τον υφιστάμενο τρόπο διαπραγμέτευσης που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση, σε αντίθεση με το 34% των συμμετεχόντων που διαφωνεί και το 13% που δεν θέλησε να συμμετάσχει.
Στο δεύτερο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται στην αξιολόγηση των οικονομικών προτάσεων που προτείνει η νέα ελληνική κυβέρνηση στους Ευρωπαίους εταίρους, 6 στους 10 συμμετέχοντες δηλώνουν ότι οι νέες προτάσεις διαφέρουν ουσιαστικά από τις αντίστοιχες προτάσεις που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, 3 στους 10 θεωρούν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των προτάσεων των δυο κυβερνήσεων, ενώ το υπόλοιπο 10% των ερωτηθέντων αποφάσισε να μη συμμετάσχει.
Το τρίτο και τελευταίο από τα ερωτήματα αυτά αναφέρεται στην πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η νέα ελληνική κυβέρνηση στη περίπτωση που αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους. Σχεδόν 5 στους 10 ερωτηθέντες (47%) θεωρούν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να συμβιβαστεί με τους δανειστές σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, 4 στους 10 (38%) θεωρούν ότι η ιδανική λύση είναι να έρθει σε ρήξη μαζί τους, ενώ το υπόλοιπο 10% αποφάσισε να μη συμμετάσχει.