Τον οδικό χάρτη της ελληνικής κυβέρνησης για το Άσυλο και τη Μετανάστευση και το σχέδιο συγκρότησης της ενιαίας υπεύθυνης Αρχής που θα συσταθεί υπό τον υπουργό Εσωτερικών για τη διαχείριση του Πολυετούς Χρηματοδοτικού Πλαισίου 2014-2020 παρουσίασε χθες η αναπληρώτρια υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Τασία Χριστοδουλοπούλου στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. καθιστώντας σαφές ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να αλλάξει την κατάσταση με τα κέντρα κράτησης στην Ελλάδα, μέσω της εξασφάλισης των 2.500 θέσεων φιλοξενίας σε ανοιχτές δομές, να καταρτίσει εθνική στρατηγική για τα ασυνόδευτα ανήλικα και να προχωρήσει στην άμεση και γρήγορη εξέταση των αιτημάτων ασύλου σε όλους όσοι το δικαιούνται.
Στον τερματισμό της κράτησης υπό απαράδεκτες συνθήκες, ειδικά των ανηλίκων, βρήκε σύμμαχο και τον αρμόδιο Ευρωπαίο επίτροπο Δ. Αβραμόπουλο, ο οποίος εκτίμησε ότι κάποια θετικά αποτελέσματα έχουν ήδη επιτευχθεί, αλλά πολλές προκλήσεις βρίσκονται μπροστά, καθώς και ότι από τις βασικές προκλήσεις είναι η διαθεσιμότητα και η βιωσιμότητα των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων και των κέντρων ανοικτής φιλοξενίας, ενώ, όπως είπε, το ζήτημα της κράτησης αιτούντων άσυλο πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη προσοχή.
Η Τ. Χριστοδουλοπούλου υπογράμμισε την ανάγκη προώθησης ευρωπαϊκής πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου που θα βασίζεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλά και στην ανάληψη και τον επιμερισμό της ευθύνης από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ενεργοποίηση άμεσων μέτρων αλληλεγγύης στις χώρες υποδοχής, όπως η Ελλάδα. Επεσήμανε επίσης ότι οι προβλέψεις του Ν. 3907/2011 θα εφαρμοστούν προκειμένου να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία και κυρίως η ενεργοποίηση της αναστολής απέλασης για τους ανθρώπους που δεν μπορούν να απελαθούν στις πατρίδες τους.
Η αναπληρώτρια υπουργός δήλωσε: "Στόχος μας είναι να καταγράψουμε όσο γίνεται μεγαλύτερο αριθμό αυτών των ανθρώπων. Δεν νοείται ένα κράτος να μην ξέρει πόσους και ποιους έχει στην επικράτειά του". Ταυτόχρονα, η πολιτική των επιστροφών, οικειοθελών και μη, πάντα με την τήρηση των νόμων, συνεχίζει να αποτελεί πολιτική του υπουργείου. Τέλος, τόνισε ότι δεν τίθεται ζήτημα μονομερών ενεργειών από πλευράς της Ελλάδας, σχετικά με τη Συνθήκη Σένγκεν και τους Κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙΙ και EURODAC.