Της Ελευθερίας Ράπτου*
«Πολύ συχνά η γλώσσα είναι μια μάσκα. Πιστεύω ότι στην τραγική γλώσσα αυτό ακόμη συχνότερο. Δεν είναι μια γλώσσα διδακτική. Είναι μια γλώσσα αινιγματική... Ανάμεσα στους κρίκους της γλώσσας και των λέξεων υπάρχουν κενά όπου μπορούν να διαφανούν πιθανές αλήθειες»
Λούκα Ρονκόνι
Οι Βάκχες ήταν η αρχαία ελληνική τραγωδία που απασχόλησε σκηνοθετικά, υφολογικά και εννοιολογικά τον Λούκα Ρονκόνι για περίπου τρεις δεκαετίες, με αφετηρία την ομώνυμη παράσταση στο Burgtheater της Βιέννης, το 1973. Στις Βάκχες, η μεγάλη προσωπικότητα του ευρωπαϊκού θεάτρου αναμετρήθηκε με την παλίμψηστη δύναμη του ευριπίδειου κόσμου, το μοντερνιστικό ύφος αλλά και τις χοροδραματικές, σχεδόν οπερατικές του δυνατότητες. Το 2004 η ομώνυμη παράσταση ανέβηκε στο Φεστιβάλ Επιδαύρου από το Piccolo Teatro του Μιλάνου, με τον σκηνοθέτη να έχει ως βασική μέριμνα την ανάδειξη ακριβώς αυτών των πολυποίκιλων νοημάτων και των πολυσήμαντων εκφωνήσεων που κατοικούν εντός της τραγωδίας. Μέσα από ένα παιχνίδι εννοιακών αναπαραστάσεων αποφλοίωνε το πρόσωπο του Διονύσου, διαπλέκοντας τη βία με την ειρήνη, την πίστη με τη μαγγανεία, το ζωώδες με το υψηλό, το σπλαχνικό με το έλλογο.
Για τον Ρονκόνι ο αληθινός Διόνυσος, ο όντως θεός, εμφανίζεται μόνο στο τέλος. Ο θεός της Βακχείας φέρει εν σπέρματι τον Χριστό, την ενσάρκωση ενός Λόγου. Ο Ρονκόνι αυτό το λόγο τον δίδαξε στους ηθοποιούς του όχι με τη μανιέρα μιας μετρικής εκφοράς που συχνά ακούγεται σε πιο κλασικές παραστάσεις στην Επίδαυρο, αλλά ούτε και με την αυθάδεια μια πρωτοπορίας που εγωιστικά θέλει να αποδομεί και ενίοτε να ανασκολοπίζει τη γλώσσα. Με βαθιά αγάπη στην όπερα και τους κανόνες της, αλλά συγχρόνως με σαφή προσανατολισμό στις σύγχρονες παραστασιακές νόρμες, κάποιες από τις οποίες και ο ίδιος ο σκηνοθέτης «επινόησε», καθοδήγησε τους ηθοποιούς και τον χορό να μιλούν στην καθομιλουμένη ιταλική και να ακούγεται ήταν σαν να ήταν η δικιά μας γλώσσα. Ο χορός των Βακχών απηχούσε τις γυναίκες της Κάτω Ιταλίας, ακουμπούσε μορφικά και συμπεριφορικά στις ελληνίδες αγρότισσες ενώ συγχρόνως έφερε τα σημάδια της φόρμας της commedia dell' arte σύμμικτα με τη λαγνεία των νυμφών που στοιχειώνουν τις λαϊκές παραδόσεις των δύο λαών, των Ελλήνων και των Ιταλών.
Μέσα από τη μινιμαλιστική σκηνική διαχείριση του χώρου της Επιδαύρου ένας κόσμος αιρετικός και συγχρόνως ευλαβής αναδυόταν και γοήτευε. Η αλήθεια ενός ερωτικού θεού αναμιγνυόταν με την προπαγάνδα της νέας πίστης. Ο Ρονκόνι άφηνε εμπρόθετα μικρές ρωγμές πολιτικής σημείωσης, οι οποίες όμως δεν ηγεμόνευαν στην τελική ερμηνεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Βάκχες έπρεπε να απεκδυθούν της ρομαντικής, τευτονικής αιτιοκρατίας, που τους είχε επιβληθεί τον 19ο αιώνα. Έτσι δεν υπάρχει καλό και κακό αυστηρά περιχαρακωμένο, ο άνθρωπος, ο Πενθέας, δεν ανταγωνίζεται τον θεό, αυτό θα ήταν μάταιο. Αμφιταλαντεύεται και αντιμάχεται τον ίδιο του τον εαυτό, επιστρατεύει απελπισμένα τον πραγματισμό ενάντια στη γοητεία του υπερβατικού, που αισθάνεται αλλά συγχρόνως φοβάται.
Η ειρωνεία και η λιτή χρήση του παρενδυτικού στοιχείου άφηναν στην ευχέρεια του θεατή να νοήσει το δράμα υποκειμενικά και αμφίσημα. Η αλήθεια των Βακχών, εξάλλου, ήταν για τον Ρονκόνι δίσημη, αμφίσημη, εξεικονισμένη στα οράματα του Πενθέα, που μεταμφιεσμένος σε γυναίκα αμφισημαίνει το φύλο του, διαιρεί την υπόστασή του, ακυρώνει το δίπολο άνδρας - γυναίκα διά της παρενδυσίας. Οι θεατές, παρακολουθώντας την πορεία του Πενθέα προς τον θάνατό του, την απόγνωση της Αγαύης, όταν διαπιστώνει τον φόνο του γιου της, το θρήνο αυτής και του Κάδμου, δεν εκβιάζονταν να υιοθετήσουν συγκεκριμένη στάση απέναντι στην παράσταση. Ο Ρονκόνι χρησιμοποιούσε τα εργαλεία και το αίτημα για υποκειμενικότητα του μεταμοντέρνου χωρίς επιτήδευση και σκηνοθετικό εγωισμό, αφήνοντας παράλληλα τους ίδιους τους ηθοποιούς να χτίσουν τους ρόλους και να χρησιμοποιήσουν το σώμα και τις τεχνικές τους με σκεπτόμενη ελευθερία. Οι Βάκχες του δεν επιστράτευαν σκηνές βίας, αναίτιου γυμνού, επιτελεστικές υπερβολές και γκροτέσκ εκφωνήσεις προκειμένου να εξεικονίσουν το τραγικό.
Οι Βάκχες του Ρονκόνι ήταν το απόσταγμα βαθιάς γνώσης, επίμονης ενασχόλησης, συνεχούς αναμέτρησης με τα εργαλεία του και άοκνης προσπάθειας για να παραστήσει πάντα το διαφεύγον νόημα. Και ακριβώς αυτό, το ολικά και συνεχώς διαφεύγον και υποκειμενικό της παράστασης, είναι η ουσία μιας μεταμοντέρνας θεώρησης που δεν πετάει στο καλάθι των αχρήστων ό,τι προηγήθηκε, αλλά το χρησιμοποιεί και το μεταδομεί για να καταδείξει τη μόνη ίσως διαχρονική σταθερά του θεάτρου: την ιερότητα που κρύβεται στο βλέμμα του θεατή.
ΥΓ.: Η απώλεια του Λούκα Ρονκόνι έγινε αφορμή να γραφτούν πολλά για την προσωπικότητα και το σημαντικό έργο του. Το συγκεκριμένο κείμενο κρύβει την ακατάτακτη συγκίνηση της γράφουσας. Ο Ρονκόνι ήταν αυτός που με ώθησε να αγαπήσω ξανά τον τραγικό λόγο, χωρίς φτιασίδια, μακριά από τις ατέρμονες συζητήσεις που μας ταλαιπωρούν για την ταυτότητα και την ιερότητα ή μη της Επιδαύρου. Ήταν αυτός που έθεσε την ιερότητα της τραγωδίας ξανά στην απολύτως προσωπική διάσταση. Τόσο απλά.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ ΕΜΠ