Της Ελένης Τσερεζόλε
Με το «σπαθί» της χρήσης του άρθρου 49 παράγραφος 3 του Συντάγματος, που επιτρέπει την υιοθέτηση νόμων χωρίς πλειοψηφία στη Βουλή, η κυβέρνηση Ολάντ - Βαλ πέρασε τον νόμο Μακρόν, δηλαδή του υπουργού Οικονομικών, για την «ανάπτυξη, την απασχόληση και την ισότητα των οικονομικών ευκαιριών». Η χρήση αυτή του συνταγματικού «υπερόπλου» επιλέχθηκε μπροστά στη διαφαινόμενη «ανταρσία» δεκάδων βουλευτών της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού κόμματος απέναντι σε έναν νόμο που δίνει τη χαριστική βολή σε σειρά εργασιακών δικαιωμάτων. Έναν νεοφιλελεύθερης έμπνευσης νόμο, που έχει συγκεντρώσει πολλές και δίκαιες αντιδράσεις. Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, το αποτέλεσμα της πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης, την οποία κατέθεσε η Δεξιά, με τη στήριξη αρκετών από τους βουλευτές του Μετώπου της Αριστεράς, έπεσε στο κενό... Ωστόσο, η γαλλική κυβέρνηση εξήλθε φανερά αποδυναμωμένη από τη διαδικασία αυτή, που σηματοδοτεί πλέον με τον πιο επίσημο τρόπο την εμμονή της σε μια νεοφιλελεύθερη τροχιά και που είναι σίγουρο ότι θα έχει ευρύτερες, πολιτικές και κοινωνικές, επιπτώσεις.
Και μπορεί η πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης να απορρίφθηκε με 234 ψήφους (έναντι των 289 που απαιτούνταν για την πλειοψηφία), ωστόσο είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση εξήλθε σοβαρά λαβωμένη από την όλη διαδικασία, καθώς πλέον είναι φανερό ότι έχει απολέσει την πλειοψηφία της. Μια πλειοψηφία που ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλ κρατούσε από τις 8 Απριλίου 2014, όταν λάμβανε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Πλέον, αυτή η πλειοψηφία δεν υφίσταται, καθώς η «ανταρσία» των αριστερών βουλευτών του Σ.Κ. που ξεκίνησε από τις δημοτικές εκλογές και τις ευρωεκλογές (το Σ.Κ. απέσπασε 14%, το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία του) της περασμένης άνοιξης με τη λεγόμενη «Έκκληση των εκατό», που σύντομα χαρακτηρίστηκαν από την ηγετική ομάδα «αντιφρονούντες». Πάντως οι, περίπου σαράντα, αντάρτες, με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Παιδείας Μπενουά Αμόν, δεν έφτασαν μέχρι του σημείου να ψηφίσουν την πρόταση μομφής (όπως άλλωστε και εκείνοι των Πρασίνων).
Η κυβέρνηση Ολάντ - Βαλ λοιπόν δεν κατέρρευσε στη Βουλή (κάτι που άλλωστε δεν έχει συμβεί ποτέ στην Πέμπτη Δημοκρατία). Ωστόσο, φαίνεται ότι χάνει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής και πολιτικής της στήριξης. Και τούτο γιατί προωθεί σειρά αντεργατικών και αντικοινωνικών μέτρων που πλήττουν κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα. Ο νόμος Μακρόν καθιερώνει την εργασία την Κυριακή (θέμα που δέχθηκε τη δριμύτατη κριτική της σοσιαλίστριας δημάρχου του Παρισιού Αν Ινταλγκό), διευκολύνει τις ομαδικές απολύσεις, ακυρώνοντας σειρά νομικών προπυργίων προστασίας (οι εργοδότες έχουν πλέον μεγαλύτερη ελευθερία απολύσεων), μειώνει τις εξουσίες των εργατοδικείων...
Κι από εδώ και στο εξής αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα για τη γαλλική κυβέρνηση - κυβέρνηση μειοψηφίας πλέον και με τη... βούλα! Δηλαδή, μια κυβέρνηση που πλέον δεν θα είναι σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεών της. Γιατί, εντέλει, η χρήση του «υπερόπλου» του άρθρου 49, παρ. 3 τής γυρίζει μπούμερανγκ, γιατί δεν οδήγησε στην επιστροφή στο... μαντρί των «αντιφρονούντων». Αντιθέτως. Τους καθιστά ρυθμιστές. Και ο Αμόν δεν μάσησε τα λόγια του: «Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν μου φαίνεται σήμερα ότι μπορεί να καταπολεμήσει τις ανισότητες και να μειώσει την ανεργία». Και μπορεί ήδη να βρίσκεται στα σκαριά κυβερνητικός ανασχηματισμός για τον Απρίλιο, μπορεί ο πρωθυπουργός Βαλ να μιλά για «πυγμή» για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, είναι όμως βέβαιο ότι δύσκολα η κυβέρνηση Ολάντ θα ανακάμψει από αυτή την πύρρειο νίκη.