Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ (1945-1982) ανήκει στη μεγάλη, χαμένη γενιά των «καταραμένων ποιητών» της μεταπολεμικής Γερμανίας. Οι ταινίες, τα σενάρια, τα θεατρικά έργα, η ζωή του, τον καταξιώνουν σαν έναν από τους αξιολογότερους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου και του καιρού του. Μια ολοκληρωμένη, υπεύθυνη προσωπικότητα, που δεν πρόλαβε, δυστυχώς, να δει το πολιτικό και κοινωνικό όραμά του να γίνεται πραγματικότητα. Ονειρεύτηκε έναν κόσμο ανθρώπινο, χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση. Απεικόνισε το δράμα των ανθρώπων που εγκλωβίζονται και ασφυκτιούν μέσα στις εξουσιαστικές κοινωνικές δομές, συντρίβονται από τις προκαταλήψεις και την "πολιτισμένη" θεσμική βαρβαρότητα. Είδε το αυγό του φιδιού να σκάει και αντίκρισε το ερπετό κατάματα. Το πάτησε με την φτέρνα στο κεφάλι, πέθανε φαρμακωμένος. Ο Φασμπίντερ είναι η φυσική συνέχεια του Κλάιστ και του Μπύχνερ, που έφυγαν, επίσης, νέοι, σε μια το ίδιο κρίσιμη, όπως η δική μας, για τον πολιτισμό εποχή, με την επίμαχη λέξη «ελευθερία», σαν κόκκινο ακροτελεύτιο άνθος, στο στόμα.
Το θεατρικό έργο του «Ελευθερία στη Βρέμη» (1971) βασίζεται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Η Γκέσε Μαργκαρέτε Γκότφριντ ήταν μια καταπιεσμένη, κακοποιημένη νέα γυναίκα που σκότωνε με δηλητήριο τα θύματά της. Ανάμεσά τους οι γονείς της, οι δύο σύζυγοί της και τα δύο παιδιά της. Ανακαλύφθηκε, δικάστηκε, εκτελέστηκε με δημόσιο αποκεφαλισμό.
Σε μια σειρά ακατέργαστων εικόνων και φαινομενικά αμοντάριστων πλάνων, ο Φασμπίντερ εκθέτει μπρεχτικά την περίπτωση της φόνισσας Γκέσε, άνευ σχολίων, αφήνοντας τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Στο Θέατρο «Μεταξουργείο» παίζεται η «Ελευθερία στη Βρέμη», σε καλή, χρηστική μετάφραση της Άννυ Κολτσιδοπούλου, σκηνοθεσία της Νάντιας Φώσκολου.
Η σκηνοθέτιδα είχε, πιστεύω, στο πίσω μέρος του μυαλού της, την αξεπέραστη «Φόνισσα» του δικού μας Παπαδιαμάντη, και αυτό την ωφέλησε αφάνταστα. Απλή και ρέουσα αφήγηση σε ύφος καθημερινό, αντιλυρικό, χωρίς λογοτεχνικά και θεατρικά στολίδια. Χωρίς ίχνος ρομαντισμού. Στόχευσε να μας δώσει την αλήθεια του έργου γυμνή, και το πέτυχε.
Η Γιασεμί Κηλαηδόνη διαπρέπει, μονολεκτικά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δείτε πώς εξελίσσει την Γκέσε, από υποταγμένο, σκιαγμένο πλάσμα σε απελεύθερη αστή, και πώς εν τέλει μεταμορφώνεται σε nuctis agalma (εφιάλτη) μιας τρομερής σεληνιακής θεάς. Ο Αλέξανδρος Σωτηρίου «καρφώνει» χειροποίητα και ελασμάτινα τον πατέρα - δυνάστη. Ο Χρήστος Ροδάμης (πρώτος άνδρας και αδελφός) καλύπτει αποτελεσματικά τους δύο του ρόλους. Η Τίνα Γιωτοπούλου, οικεία μορφή, ως καταπιεστική μητέρα. Ο Στράτος Σιωπύλης αποτυπώνει δυνατά τον πάστορα. Ο Δημήτρης Πλειώνης (δεύτερος άνδρας, εξάδελφος) είναι πάντα «μέσα» στους ρόλους. Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Μικαέλα Λιακατά) αποδίδουν το κλίμα, φωτισμοί, σκιώδεις, του Χρήστου Τζιόκα κρύβουν για να αποκαλύψουν, η μουσική του Χρήστου Καραγιάννη λειτουργική.
***
Στο «Θέατρο κάτω από τη γέφυρα» δίνεται, σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη, επεξεργασία κειμένου (αφαίρεση κάποιων ρόλων), σκηνικά - κοστούμια, φωτισμούς, ήχους του ίδιου, σε χρηστική μετάφραση της Ελένης Ρεπούσκου, ένα ομόλογης διάνοιας έργο, οι «Πέντε σιωπές» της Αγγλίδας Σήλα Στέφενσον. (Είχε πρωτοπαρουσιασθεί στην Ελλάδα από το «Εθνικό» πριν λίγα χρόνια, με την Κάτια Γέρου). Πρόκειται για ακόμη μια «οικογενειακή ιστορία» καταπίεσης, βίας και χειραγώγησης, για ένα εγγλέζικο «θρίλερ» με έντονα στοιχεία κοινωνικής κριτικής. Θέμα του, ο συλλογικός «θυσιαστικός» φόνος, από τις γυναίκες του σπιτιού, του «πατέρα αφέντη».
Η σκηνοθεσία αναπτύσσει το έργο σε σωστούς, οικείους ρυθμούς, δένοντας χέρι - χέρι την άφθονη υπαρξιακή αγωνία και το αστυνομικό μυστήριο. Οι τέσσερις ρόλοι έχουν διδαχθεί καλά, τα κενά και οι παύσεις λειτουργούν αποτελεσματικά, ο Νίκος Δαφνής (πατέρας) επιστρατεύει την τεράστια πείρα του διευθύνοντας μια «ορχήστρα» φαντασμάτων με κυρίαρχο το λευκόφαιο χρώμα της τέφρας. Η Δανάη Καλαχώρα, έξοχη στις εύγλωττες σιωπές και στις ξαφνικές εκλάμψεις της, δίνει τη δική της, προσωπική, παπαδιαμαντική εκδοχή μιας λαβωμένης γυναικείας ψυχής. Πρέπει να προσέξουμε αυτήν την νέα, ηλικιακά, και τόσο ώριμη, χαρισματική ηθοποιό. Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου κλιμακώνει ως ποιότητα την απόγνωση και η Ιωάννα Γκαβάκου ως ποσόν την καρτερία, που είναι στα χέρια τους ένα διπλό τσεκούρι, τέμνον λοξά τη «σιωπή των αμνών».