Αρχή του φετινού Φεστιβάλ. Στην «Πειραιώς 260», δίνεται από την ομάδα Sforaris, σε κείμενο - σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού, η ιστορία του τραγικού μεσαιωνικού ζευγαριού που έχει γίνει θρύλος, του Αβελάρδου και της Ελοϊζας.
Έζησαν τον δωδέκατο αιώνα στο Παρίσι. Πρωτοπόρος φιλόσοφος και θεολόγος ο Αβελάρδος, διαπρεπής δάσκαλος, επιχείρησε να εφαρμόσει την αριστοτελική λογική σε όλο το εύρος της θεολογίας και της φιλοσοφίας διαχωρίζοντας, έτσι, για πρώτη φορά, τη μία απ' την άλλη. Επινόησε μια διαλεκτική, μέση λύση στη διαμάχη ανάμεσα στους «πραγματοκράτες» και στους «ονοματοκράτες» (που ακόμα, κατά κάποιο τρόπο, επιβιώνει), υποστηρίζοντας ότι η αλήθεια πρέπει πάντα να προέρχεται από την επιστημονική γνώση και εξυψώνοντας την αμφιβολία, που τελικά οδηγεί στην αλήθεια. Για τις απόψεις του που θεωρήθηκαν αιρετικές καταδιώχθηκε απηνώς από την κοινωνία και την εκκλησία. Σήμερα είναι ίσως πολύ δύσκολο για τον μη ειδικό να κατανοήσει τη ριζοσπαστικότητα των απόψεων του Αβελάρδου στον αιώνα του. Αν είχε εισακουσθεί ο προδρομικός ανθρωπισμός του, θα ήταν ίσως άλλη η εξέλιξη του Δυτικού πολιτισμού. Έμεινε όμως πιο πολύ στην Ιστορία για τον τραγικό, παράφορο έρωτά του με την Ελοΐζα, τη νεαρή, χαρισματική, διψασμένη για γνώση μαθήτριά του, που φιλοδοξούσε να γίνει «η νέα Υπατία».
Πρωτοπόρος και στις αντιλήψεις του για τον έρωτα, ο Αβελάρδος θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως ένα από τα υπαρκτά, ιστορικά πρόσωπα που γέννησαν τον μύθο του Δον Ζουάν. Ο ίδιος το ομολογεί, με αρκετό κυνισμό, σε επιστολές του που έχουν διασωθεί. Η απάνθρωπη, όμως, τιμωρία που του επέβαλαν οι εχθροί του (ευνουχισμός) τον στέρησε από τη ζωή και τον χάρισε στη θρησκεία. Εδώ αρχίζει το έργο του Γιάννη Καλαβριανού, σαν μια ανεστραμμένη «ισπανική» δονζουανική μαύρη τραγωδία. Με τη φλεγόμενη από έρωτα και πόθο ακόμη Ελοΐζαμ κλεισμένη αναγκαστικά στο μοναστήρι, να στέλνει απελπισμένα ερωτικά γράμματα στον Αβελάρδο και εκείνος να ανταποκρίνεται με ψυχρές θρησκευτικές παραινέσεις. Η Ελοΐζα ενδύεται στο έργο, σωστά, τη μορφή της απόλυτα απελευθερωμένης, ένσαρκης γυναίκας (θεωρούσε τον ίδιο τον γάμο ως δέσμευση) και ο Αβελάρδος παίρνει αντίστοιχα τη μορφή του ανθρώπου που τον καταπίνει εντέλει η τυπικότητα των θεσμών. Το ζήτημα είναι όμως ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δύσκολα, επίσης, συλλαμβάνει πόσο πραγματικά διχαστικό ήταν τότε το δίλημμα ανάμεσα στην «Εν Χριστώ» ενάρετη ζωή και στην «κολασμένη» ζωή του ελεύθερου έρωτα. Με αποτέλεσμα να μοιάζουν υποκριτικές οι επιστολές του Αβελάρδου στην Ελοΐζα, που όμως δεν είναι. Πληγωμένα εγωιστικές ναι, και αυτό ακριβώς τον κάνει πολύ πιο κοντινό μας. Ένα έργο - καμβάς, λοιπόν, μιας σύγχρονης τραγωδίας, που περιμένει απ' τη σκηνοθεσία να το «τελειώσει».
Η σκηνοθεσία έχω την εντύπωση ότι δεν αποφάσιζε τι θέλει να κάνει με το ίδιο της το έργο. Διστακτική μπροστά στην υπαρξιακή τραγωδία και αναποφάσιστη μπροστά στο ερωτικό δράμα, δεν άκουσε το σπαρακτικό «σχίσιμο» του ανθρώπινου όντος σε «ρόλους» γυναίκας και άνδρα, που είναι η πραγματική ιστορία του Αβελάρδου και της Ελοϊζας: ένας ήχος ανατριχιαστικός, δυο αιμάσσοντα σώματα να σχηματίζουν ένα ζωντανό σταυρό, μετά η σιωπή... Εδώ, η σκηνοθεσία διχάστηκε η ίδια... Στο μέτρο που επιχειρούσε να δώσει τα πρόσωπα ως δραματικούς χαρακτήρες, υπερέβαλε. Στον βαθμό που επέλεγε να τα δώσει ως τραγικά σύμβολα, υπολειπόταν. Η Ελένη Κοκκίδου φοβάμαι ότι δεν ένωσε σε μια και μόνη τις πολλές υποκριτικές «φωνές» της. Ως αφηγήτρια ή ως οι πολλοί της ρόλοι, πατούσε και εδώ και εκεί... Η Χριστίνα Μαξούρη (Ελοΐζα), με έντονη σωματική σφραγίδα, άντεξε ώς το τέλος τη διπλή «βάσανο» του επαναστατημένου κοριτσιού που ερωτεύεται και της ερωτευμένης γυναίκας που δεν υποτάσσεται. Ο Γιώργος Γλάστρας (Αβελάρδος) έδωσε μια «Φελινική» μορφή που αντανακλούσε τη ναρκισσιστική πλευρά του αρσενικού, αλλά μόνο αυτήν. Ο άτυπος χορός σε κίνηση του Χρήστου Παπαδόπουλου, ενδιαφέρον εύρημα, λειτούργησε θετικά, όπως επίσης η όψη (σκηνικά Εύας Μανιδάκη, κοστούμια Ιωάννας Τσάμη), η μουσική (Άγγελος Τριανταφύλλου) και οι φωτισμοί.