Είναι περίπου ένα έτος (28.05.2013) από τότε που η στήλη είχε αναφερθεί στη μοναδική συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών της παρελθούσης περιόδου υπό την μουσική διεύθυνση του Νίκου Αθηναίου. Είχαμε τότε επισημάνει τη σιγή που έμοιαζε να περιβάλλει τον διακεκριμένο αυτό αρχιμουσικό, μετά την εν έτει 2010 παραίτησή του από την θέση του προέδρου του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, ενός από μακρόν ήδη τελούντος σε ουσιαστική αναστολή λειτουργίας θεσμού. Η σύμπτωση, όμως, το θέλησε ώστε, περαιτέρω, οι γραμμές αυτές να πληκτρολογούνται πάνω στη λευκή φωτεινότητα του ηλεκτρονικού χάρτου ώρες μόνον μετά την ανακοίνωση του -επίσης γερμανικής παιδείας και θητείας- Στέφανου Τσιαλή ως διαδόχου του Βασίλη Χριστόπουλου στη θέση του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή της ΚΟΑ, επικαιροποιώντας τις τότε -και τις μόλις προ επταημέρου- εκφρασθείσες απόψεις μας και προοιωνιζόμενη ένα ακόμη «σαιξπηρικό» δράμα γύρω από την άνοδο και την πτώση από τον συγκεκριμένο θώκο, και όχι μόνον.
Για τον Νίκο Αθηναίο τα πράγματα έμελλε να μεταβληθούν μέσα από την επιστράτευσή του ως διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, θέση από την οποία συντελεί ήδη στον ευπρόσδεκτο εμπλουτισμό της μουσικής ζωής. Με την ΚΟΑ και την «Καμεράτα», αλλά και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε υπαρξιακή αναζήτηση (π)όρων καλλιτεχνικής βιωσιμότητας, η ανταπόκριση του Αθηναίου στην πρόταση να συγκροτήσει ένα νέο σχηματισμό, που ενσωματώνει αρκετούς από τους μουσικούς της «Ορχήστρας των Χρωμάτων», έδωσε ήδη δείγματα γραφής στην αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου. Σε δύο συναυλίες που παρακολουθήσαμε υπό την διεύθυνσή του, ο γεννημένος στο Χαρτούμ και επί σειράν ετών Generalmusikdirektor στην επί του Όντερ Φραγκφούρτη μαέστρος ερμήνευσε κοσμήματα του κλασικού και πρώιμου ρομαντικού ρεπερτορίου με την εμπειρία του δοκιμασμένου Kapellmeister. Με την ευκαιρία μάλιστα των 300ών γενεθλίων του Καρλ Φίλιπ Εμμάνουελ Μπαχ, η συναυλία της 27ης Φεβρουαρίου συνδύασε έργα του ιδίου και του νεότερου από τους αδελφούς του, Γιόχαν Κρίστιαν, με μιαν από τις λιγότερο συχνές επώνυμες συμφωνίες του Φραντσγιόζεφ Χάυντν.
Αν και ο αιρετικός Βενιαμίν των υιών του «ωκεάνιου» Κάντορα της Λειψίας, γνωστότερος και ως «Μπαχ του Λονδίνου», αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγάλης επιρροής συνθέτες όπερας της εποχής του, οι 6 συμφωνίες του έργ. 6, όπως και οι -μέχρι στιγμής- 37 βεβαιωμένης γνησιότητας αδελφές τους, αποτελούν έργα υψηλής μουσικής ποιότητας, που, με την τριμερή άρθρωση και τη 13λεπτη μέση διάρκειά τους, σηματοδοτούν τη μετάβαση από την ιταλική «σινφόνια» στις κλασικές και «μεγάλες» εκείνες του Χάυντν και του Μότσαρτ. Χωρίς εμμονές «εποχής», ο Αθηναίος οδήγησε με ασφάλεια τους μουσικούς του στο επίκεντρο της ουσίας και του ορθού βηματισμού της 6ης και τελευταίας από τις συμφωνίες του Κύκλου.
Ο Κ.Φ.Ε. Μπαχ συμπλήρωσε τη μουσική εκπαίδευση του ορφανού, από τα 15 του, νεότερου αδελφού του, κατά την παραμονή του τελευταίου στο Βερολίνο, όπου ο πρεσβύτερος υπηρετούσε στην Αυλή του Μεγάλου Φρειδερίκου. Το κοντσέρτο για φλάουτο σε ρε ελάσσονα, αρ. καταλόγου W.22, που ακολούθησε πριν από το διάλειμμα, αποτελεί αμφισβητούμενης πατρότητας μεταγραφή κοντσέρτου για τσέμπαλο, σωζόμενη διά χειρός της συνθέτριας - πριγκίπισσας Άννα Αμάλια Βαλπούργκις Φον Ζάξεν, αδελφής του «πεφωτισμένου» μονάρχη, που ήταν και ο ίδιος εξαίρετος αυλητής και συνθέτης 121 έργων για το συγκεκριμένο ξύλινο πνευστό. Με το ακατάλυτο προνόμιο προϋπηρεσίας σε χώρους στους οποίους είχε εργασθεί ο ίδιος ο Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ, ο Νίκος Αθηναίος διασφάλισε δραματική ένταση στην α' κίνηση, βάρος στην «ευαισθησία» του κεντρικού αντάντε και λυτρωτικό σφρίγος στο φινάλε, ενώ παρέσχε τον απαραίτητο χώρο στον εξαίρετο σολίστ του Παναγιώτη Δράκο, ώστε να αναδείξει την πρωτοτυπία της γραφής για το φλάουτο, ιδιαιτέρως στις καινοτόμους αναχωρήσεις από την κεντρική γραμμή της κύριας μελωδίας στο β' μέρος.
Μετά το διάλειμμα, η «Academica» και ο αρχιμουσικός της επέλεξαν την 43η (ca. 1771), μια «σταχτοπούτα» ανάμεσα στις συμφωνίες του Χάυντν, παρά το -πάντως μεταγενέστερο και ανεξήγητο- προσωνύμιό της («Merkur»), συμφωνία πρώιμη σε πείσμα του προχωρημένου αριθμού της καταχώρισής της στον κατάλογο έργων του συνθέτη. Με διανομή για έγχορδα, δύο όμποε, φαγκότο και δύο κόρνα, το έργο ανταποκρίνεται σε ένα πρότυπο «δωματίου» αυστριακής κοπής της εποχής και μάς «άγγιξε» ιδίως στο βαθιά λυρικό αντάτζιό του. Αντίθετα, οι εξωτερικές κινήσεις, παρά την αδιάπτωτη ευρηματικότητα του Χάυντν, δεν ανέδειξαν, ενδεχομένως και λόγω της ακουστικής του χώρου, τη χάρη που τους πιστώνει ο μεγάλος αναλυτής του συνθέτη Ρόμπινς - Λάντον, σημειακή ένσταση, πάντως, για μια μουσική εμπειρία συνολικά ανταποδοτική και αισιόδοξη...