Εδώ και λίγες μέρες κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα ολιγόλεπτο φιλμάκι που τιτλοφορείται: Complete Acropolis. Θέμα του είναι ο επαναπατρισμός των γλυπτών του Παρθενώνα. Οι τρεις «ερμηνευτές» διατυπώνουν το αίτημα της επιστροφής με φτηνά τσιτάτα («η εκστρατεία της Αλήθειας», «η κίνηση της Αναγέννησης», «η κίνηση της Δικαιοσύνης», «ελευθέρωσέ με τώρα», «βγάλε μου τις αλυσίδες»), η ένταση των οποίων κλιμακώνεται, για να καταλήξουν στην απειλή: «Αν τα γλυπτά μας ανήκουν στην Αγγλία, τότε το Στόουνχεντς ανήκει στην Ελλάδα». Ως δημιουργός του πονήματος εμφανίζεται η κ. Μελίνα Τσιλιμίγκρα, πρώην πρόεδρος της Νεολαίας ΛΑΟΣ στην Αργολίδα με μεταγραφή στη Ν.Δ., η οποία κραυγάζει, μεταξύ άλλων: «Άι εμ Χελλίν εντ άι προτέστ!» ("Είμαι Ελληνίδα και διαμαρτύρομαι": προφανώς, το σύνηθες Γκρηκ για την απόδοση του προσδιορισμού Ελληνίδα δεν κρίθηκε εθνικώς ορθό). Το βίντεο διανθίζεται με φορτισμένους χαρακτηρισμούς όπως: συνωμοσία, ντροπή, εγκληματίες, όνειδος, ιερός σκοπός. Η ενδυματολογική αισθητική δεν υπολείπεται του δραματοποιημένου κειμένου σε δύναμη υποβολής: οι δύο γυναίκες (μία εκ των οποίων είναι η κ. Τσιλιμίγκρα) φορούν ριχτό λευκό φόρεμα πιασμένο κάτω από το στήθος -παραπέμποντας στον χιτώνα των αρχαϊκών κορών-, ενώ στο σκηνικό βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη.
Υποθέτω πως οι περισσότεροι «Χελλίνς» επιθυμούμε την επιστροφή των γλυπτών, όχι βέβαια γιατί «αντιπροσωπεύουν τα σώματά μας» ή «γιατί οι φωνές μας είναι η ψυχή τους», αλλά γιατί δεν αποτελούν αυτοτελή, φορητά έργα πλασμένα για να στέκουν οπουδήποτε και οπωσδήποτε. Αντιθέτως, συνιστούν αναπόσπαστο μέρος ενός μνημείου -από τα μεγαλύτερα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς- που, ακόμα και γυμνό, εξακολουθεί να συγκινεί όσους το αντικρίζουν, ακόμη κι εκείνους που το κάνουν καθημερινά. Επίσης, γιατί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του αττικού τοπίου και φωτός, με τη συνέργεια του οποίου και για το οποίο φτιάχτηκαν. Του ίδιου φωτός που εισχωρεί στον τελευταίο όροφο του προσφάτως κατασκευασμένου μουσείου, απέναντι από και σε διαλεκτική συνάφεια με τον Παρθενώνα. Αυτή είναι η φυσική συνθήκη των γλυπτών, αυτή υπηρετεί την έμπνευση του δημιουργού τους.
Το θέμα χειρίζονται -επιτυχώς, κατά την άποψή μου- οι ελληνικές κυβερνήσεις, αποφεύγοντας τη χρήση εθνικιστικών κορόνων σε επίπεδο διεθνών θεσμών, έχοντας όμως καταφέρει να ευαισθητοποιήσουν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας κοινής γνώμης μέσω του τρόπου με τον οποίο τα γλυπτά του Παρθενώνα και τα εκμαγεία τους, ατελή και ακαλαίσθητα, παρουσιάζονται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Θα έλεγα δε ότι θεωρώ την ιδέα της ανακατασκευής του ναού μέσα στο μουσείο, μεταφέροντας τις πραγματικές διαστάσεις και αναλογίες του και καθιστώντας προφανές και στο πιο απλοϊκό μυαλό ότι η θέση των γλυπτών είναι εδώ, εξόχως μακιαβελική. Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική Πολιτεία επιθυμεί να οδηγήσει τη βρετανική κυβέρνηση στην οικειοθελή επιστροφή, χάρη στην πίεση της κοινής γνώμης.
Όμως η πρωτοβουλία της κ. Τσιλιμίγκρα και της παρέας της, κάθε άλλο παρά ενισχύει αυτήν την προσπάθεια. Κατ' αρχάς, γιατί είναι άκρως επιθετική, και ως προς το ύφος και ως προς το περιεχόμενο των αιτημάτων/επιχειρημάτων. Έπειτα, γιατί είναι απολύτως κιτς, ακαλαίσθητη, «τράτζικ» που θα έλεγε και η Τασούλα της διάσημης διαφήμισης κινητής τηλεφωνίας. Το κυριότερο όλων, όμως, είναι: Με ποια ιδιότητα η κ. Τσιλιμίγκρα λανσάρει στο Διαδίκτυο μια «καμπάνια» για την επιστροφή των γλυπτών και ποιους εκπροσωπεί; Και αν οι αρμόδιοι θεσμοί γνωρίζουν την κυκλοφορία αυτού του βίντεο, γιατί επιτρέπουν στην κάθε Τσιλιμίγκρα να ακυρώνει με την ελαφρότητά της μακροχρόνιες προσπάθειες που έχουν σχεδιαστεί με συγκεκριμένη στόχευση και τακτική; Οπότε, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα: Σε ποιους απευθύνεται στην ουσία η κυρία αυτή; Και πώς στήνεται πάλι το επικοινωνιακό παιχνίδι της Μεγάλης Ιδέας που μας αποπροσανατολίζει από την τρέχουσα εμπειρία, προκειμένου να επιδοθούμε σε έναν νέο «εθνικό» στόχο;
* Η Πόπη Αλεξοπούλου είναι ξεναγός.