H «Βέρα» και το «Τάβλι» (1963) είναι δύο εμβληματικά μονόπρακτα του Δημήτρη Κεχαΐδη που επηρέασαν καθοριστικά το νεοελληνικό θέατρο. Το «Τάβλι» παίζεται σήμερα πιο συχνά από την «Βέρα», που δεν είναι, όμως, διόλου κατώτερο έργο. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τον πολυπαιγμένο στη χώρα μας «Αμερικανό Βούβαλο» του Μάμετ (1964) με θέμα συγγενικό, του οποίου προηγείται κατά ένα χρόνο. Οι λόγοι της διαφορετικής υποδοχής αυτών των δύο έργων ίσως να έχουν σχέση με το γεγονός ότι το «Τάβλι» διαδραματίζεται στον οικείο μας, λίγο ή πολύ, ηλιακό χώρο μιας αθηναϊκής αυλής που είναι συγχρόνως ένας χώρος έκθεσης, ενώ η «Βέρα» παίζεται στον ανοίκειο και άξενο, «απωθημένο» μέσα μας, κατασκότεινο χώρο μιας ζοφερής και μίζερης μικρής επαρχιακής πόλης, που είναι ένας χώρος κατακρήμνισης. Ωστόσο το έργο δεν είναι ασφυκτικό ή συνθλιπτικό και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη τέχνη του Κεχαΐδη: Δεν φωτογραφίζει, αλλά, με τρόπο αυτόχρημα παπαδιαμαντικό, ανασύρει στο φως του λόγου, για να τους ξορκίσει, τους δαίμονες της νεοελληνικής ζωής.
Αντί άλλων, αντιγράφω από το σημείωμα του προγράμματος: «...Γιατί η 'Βέρα' σήμερα; Διότι στη σημερινή εποχή της κρίσης και της καθολικής κατάρρευσης, αυτό που ραγδαία ξεφτίζει είναι ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι νεοέλληνες βλέπαμε μέχρι τώρα τα πράγματα. Σε μια αναμέτρηση με τις παλιότερες γενιές, όπως παρουσιάζονται στη 'Βέρα', επαναπροσδιορίζουμε το παρελθόν για να αξιολογήσουμε το μέλλον. Ο Προκόπης, ο Κώστας, ο Μήτσος είναι οι παππούδες μας, οι γονιοί μας, η γενιά που έθεσε τις βάσεις για τη μεταπολεμική Ελλάδα».
Σε απόλυτη συνέπεια με τα πιο πάνω, ο σκηνοθέτης Νίκος Ορφανός, στον πανέμορφο Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια (Σπάρτης 14, πλ. Αμερικής), βλέπει το έργο και το δίνει ομόλογα, όχι σαν σκηνές της ζωής της επαρχίας, αλλά ως κατακόρυφη πτώση σε φρέαρ αβυσσαλέο. Με συγκοπτόμενους ρυθμούς, σε ένα ύφος μόνιμης α-πορίας, μόλις σχολιάζοντας τα γεγονότα, με τα πρόσωπα των ηρώων στο ημίφως. Οι ελλειπτικοί φωτισμοί του Δημήτρη Τσιούμα, η μουσική επιμέλεια του σκηνοθέτη, οι ήχοι του Γιώργου Μικρογιαννάκη και τα οιονεί «νεκρικά» κοστούμια - σκηνικά της Ανθής Σοφοκλέους, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μαυσωλείου και ενισχύουν το κλίμα της υπαρξιακής φρίκης. Ωστόσο, ευτυχώς, υπάρχει πίσω από όλα αυτά ένα γέλιο πικρό, που μας λυτρώνει.
Οι τρεις ηθοποιοί ανταποκρίνονται άριστα στις απαιτήσεις των ρόλων, δίνοντάς τους έκτυπα, σαν αποτυπώματα στην πηχτή λάσπη της ιστορίας τους. Ο Βασίλης Βλάχος γίνεται ολόκληρος μια ομιλούσα αφαίρεση, ένα πετρωμένο προσωπείο. Ο Γιώργος Μωρόγιαννης σχεδιάζει χαρισματικά ένα πομπώδες λάθος της ύπαρξης και ο Πέτρος Αλατζάς καρφώνει ένα ανθρώπινο εκμαγείο - κύμβαλο αλαλάζον.
*
Στο θεατράκι της Δραματικής Σχολής «Δήλος» οι απόφοιτοι του 2012-2013 παρουσιάζουν την πρώτη δική τους ομαδική δουλειά, που έχει ως τίτλο: «Το μπουλούκι», εμπνευσμένη από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του Τάσου Ψαρρά για την ΕΡΤ. Το κείμενο, σε δραματουργική επεξεργασία της Ευγενίας Λυρούδια, προέκυψε μέσα από μια εκπαιδευτική διαδικασία των σπουδαστών του τρίτου έτους με αυτοσχεδιασμούς, τραγούδια και νούμερα, υπό την καθοδήγηση και διδασκαλία της Δήμητρας Χατούπη. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο έργο - μια σπουδή στους ήχους και στους ρυθμούς που έθρεψαν τη γενιά του μεταπολέμου, ανθρώπινο, χωρίς νοσταλγία, ιδωμένο με κρίση και με διαύγεια. Τα νούμερα και τα τραγούδια προέρχονται από αυθεντικές παραστάσεις μπουλουκιών μαζί με κάποια πρωτότυπα γραμμένα από τους σπουδαστές, ενώ αποτελεί τεχνικό, και όχι μόνο, κατόρθωμα η ταυτόχρονη κίνηση τριάντα (!) ηθοποιών στον σχετικά μικρό χώρο της σκηνής. ΄Ολη η ομάδα λειτουργεί σαν ένα τέλεια κουρδισμένο μουσικό όργανο με ψυχή και χαίρεται πραγματικά κανείς να παρακολουθεί τα νιάτα εν δράσει. Ο χώρος δεν με παίρνει να αναφερθώ ιδιαιτέρως στον καθένα, αλλά αξίζει ένα από καρδιάς μπράβο σε όλους. Η σκηνοθεσία είναι της Δήμητρας Χατούπη, η ενορχήστρωση και μουσική διδασκαλία του Χρήστου Θεοδώρου, η ρυθμολογία / κρουστά του Νίκου Τουλιάτου, η χορογραφία και η κίνηση της Νικολέτας Ξεναρίου. Τα όμορφα κοστούμια είναι της Νίκης Περδίκα και του Κωνσταντίνου Ζαμάνη.