Η Ντων Κινγκ είναι μια νέα Αγγλίδα συγγραφέας, μεγαλωμένη στο κλίμα της ισοπεδωμένης κοινωνικά μεταθατσερικής Αγγλίας, και αυτόν τον κόσμο αποτυπώνει στα θεατρικά της έργα. Ένα θέατρο που, εξωτερικά, φέρει τα στοιχεία του «παραλόγου», ενώ αφουγκράζεται τους υπόγειους τριγμούς ενός υπό κατεδάφιση «λογικού», κατ' επίφαση, πολιτιστικού εποικοδομήματος.
Το έργο «Αλεπούδες» είναι μια παραβολή επάνω στη σχέση φαντασίας και πραγματικότητας, λογικής και παραλόγου, σε ένα καθεστώς αυταρχικό, που χειρίζεται δεξιοτεχνικά τις άλογες πλευρές της πραγματικότητας για να διαιωνίσει, με τον φόβο, την κυριαρχία του. Πρόκειται για ένα «σενάριο» επιστημονικής φαντασίας... όχι κατ' ανάγκην φανταστικό, επειδή αντανακλά με ακρίβεια ό,τι ζούμε ήδη ως εφιάλτη. Σήμερα, που, χάρις και στην ανεξέλεγκτη πρόοδο της τεχνολογίας, μπορούμε να έχουμε τον ατομικό «μεγάλο μας αδελφό»... σε ένα μικροτσίπ φυτεμένο κάπου στις έλικες του εγκεφάλου. Και που έχει σχεδόν επιτευχθεί ο στόχος της πλήρους χειραγώγησης των κοινωνιών, μέσω της ελεγχόμενης απεχθούς εικόνας... Ποιο είναι, όμως, το αδύνατο σημείο του «συστήματος»;
Ένας ειδικά εκπαιδευμένος «ιχνευτής», λέει το έργο, φθάνει σταλμένος από την κεντρική εξουσία σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα της περιφέρειας, για να εντοπίσει εκεί την παρουσία άγριων αλεπούδων, που το «Σύστημα» έχει επικηρύξει, ως «απειλή για τον ανθρώπινο πολιτισμό». Τι είναι, όμως, ο ανθρώπινος πολιτισμός και από ποιους πραγματικά απειλείται; Ποιό είναι το σημείο επαφής αγριότητας και πολιτισμού; Πού βρίσκεται το σημείο τομής του «φύσει» και του «νόμω»; Ο άνθρωπος γεννιέται ένοχος ή αθώος; Από πού προέρχεται η αντίληψη για τη μοχθηρή φύση του ανθρώπου; Αλλά και η αντίθετή της, φιλολογία του «αγαθού αγρίου;» Ποιος είχε δίκιο εν τέλει, ο Ροβεσπιέρος ή ο Ρουσσώ; Σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα, εκκρεμή από την εποχή της αναγεννησιακής «Αρκαδίας», θέλει να δώσει απάντηση το έργο.
Οδηγημένος από την «εκπαίδευσή» του, ο «ιχνευτής» καλείται να ανακαλύψει και να εξοντώσει το ανυπότακτο «θηρίο»... που απειλεί τον πολιτισμό. Το κλειδί του έργου είναι η λέξη «εκπαίδευση», με την παραδοσιακή, αγγλική, έμφαση στην εμπειρία. Αλλά η φύση του ανθρώπου είναι διττή. Το ανθρώπινο πλάσμα δεν διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς ανάδρασης και αφομοιώνει ασύμμετρα τις εμπειρίες. Ο ανθρώπινος παράγων είναι, άρα, αστάθμητος, δεν μπορεί να μπει σε ομοιόμορφα καλούπια. Η Ιστορία δεν έχει νομοτέλεια και δεν διέπεται από στερεότυπους κανόνες. Διαθέτει, όμως, ποικίλες προοπτικές. Και μας χτυπά πολλές φορές την πόρτα ως απρόσκλητος επισκέπτης.
Ο εκπαιδευμένος «κυνηγός τεράτων» μπορεί, ίσως, μέσα σε μια στιγμή, να ανακαλύψει ότι το «θηρίο» που κυνηγούσε ήταν ο ίδιος... Φθάνει η στιγμή της αλήθειας και πρέπει τότε να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Ο άνθρωπος χειραγωγείται με την εμπειρία, αλλά χειραφετείται με την παιδεία... Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ ανθρώπου και κτήνους. Αυτό είναι και το μήνυμα του έργου. Το καλό θέατρο αποτελεί το μεγαλύτερο σχολείο του ανθρώπου. Οι «Αλεπούδες» της Ντων Κινγκ είναι, σίγουρα, καλό θέατρο...
Στο «Επί Κολωνώ», που μας έχει συνηθίσει σε μια σειρά παραστάσεων πολιτικού, με την ουσιαστική σημασία του όρου, θεάτρου, στην κεντρική σκηνή του, δίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο αυτό της Κινγκ, σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης, με την επιχείρηση χειραγώγησης της κοινωνίας του ανθρώπου σε εξέλιξη, με «επικηρυγμένο» από τις εξουσίες το καλό θέατρο και με «εκπαιδευμένους» κυνηγούς - εξολοθρευτές να έχουν εξαπολυθεί εναντίον του προάγοντας την ασχημία.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη στην ωραία μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου δεν μένει στη σκηνική αφήγηση των γεγονότων, αλλά χτυπά την πόρτα της τραγωδίας. Δεν σχεδιάζει πρόσωπα και χαρακτήρες, αλλά μορφές του αιώνιου. Το τετράγωνο των ρόλων δίνεται αρχετυπικά, διαποτίζει την ιστορία με ζωογόνο μύθο. Η παράσταση λέει ναι στον άνθρωπο, με όλες τις αντιφάσεις του. Οι ηθοποιοί αποδέχονται την πρόκληση, παίρνοντας το έργο επάνω τους. Ο Δημήτρης Λάλος είναι εύγλωττος, η Ιωάννα Παππά λιτότατη, ο Χάρης Χιώτης άμεσος, η Ιωάννα Κολιοπούλου αφοπλιστικά ειλικρινής. Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Γιώργος Χατζηνικολάου), οι φωτισμοί (Αντώνης Παναγιωτόπουλος) και η μουσική (Στέλιος Γιαννουλάκης) διασώζουν τις ανθρώπινες αξίες.