Live τώρα    
"Έφυγαν" Πίτερ Ο' Τουλ και Τζόαν Φοντέιν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Έφυγαν" Πίτερ Ο' Τουλ και Τζόαν Φοντέιν

Η Τζόαν Φοντέινσε φωτογραφία της δεκαετίας του `40.

Ο Ιρλανδός Πίτερ Ο' Τουλ, ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς του 20ου, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, σε νοσοκομείο του Λονδίνου, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, όπως ανακοίνωσε ο ατζέντης του. Παρά τις αμέτρητες ερμηνείες του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, είχε ταυτιστεί κατά πρώτο λόγο με τον ρόλο του Λόρενς της Αραβίας στο ομώνυμο φιλμ του Ντέιβιντ Λιν (1962). Ένα από τα πολλά "παράδοξα" της καριέρας του ήταν και το γεγονός ότι, παρά τις οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ δεν τιμήθηκε ποτέ για ερμηνεία του με το περίφημο αγαλματάκι, παρά μόνο το 2003 του απονεμήθηκε ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του. Είχε γεννηθεί το 1932, αλλά παραμένει αδιευκρίνιστο αν ο τόπος γέννησής ήταν η Κονεμάρα της Ιρλανδίας ή το Λιντς της Αγγλίας, όπου μεγάλωσε. Ο ίδιος έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του ότι κατέχει πιστοποιητικά γέννησης και από τις δύο χώρες. Όταν τελείωσε το σχολείο, άρχισε να εργάζεται ως εκπαιδευόμενος δημοσιογράφος και φωτογράφος στην εφημερίδα Yorkshire Evening Post. Ο ίδιος είχε δηλώσει, σε συνέντευξη το 2006, ότι το όνειρό του ήταν να γίνει ποιητής ή ηθοποιός. Παρακολούθησε με υποτροφία μαθήματα υποκριτικής στη Βασιλική Ακαδημία της Δραματικής τέχνης, από το 1952 έως το 1954 με συμφοιτητές του τον Άλμπερτ Φίνεϊ και τον Άλαν Μπέιτς. Γρήγορα άρχισε να εργάζεται στο θέατρο, κερδίζοντας αναγνώριση ως σαιξπηρικός ηθοποιός στο Bristol Old Vic και στο English Stage Company, πριν κάνει το ντεμπούτο του το 1954 στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο το 1959. Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν στην ταινία του Ντέιβιντ Λιν, "Λόρενς της Αραβίας", το 1962, αφού ο Μάρλον Μπράντο δεν ήταν διαθέσιμος και ο Άλμπερτ Φίνεϊ απέρριψε τον ρόλο. Πρωταγωνίστησε ακόμη στις ταινίες "Μπέκετ" (1964) και "Το λιοντάρι τον χειμώνα" (1968). Έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στον "Άμλετ", σε σκηνοθεσία του Λόρενς Ολίβιε, στην παραγωγή του Royal National Theatre το 1963. Εμφανίστηκε, επίσης, στο θέατρο Gaiety του Δουβλίνου, στο "Juno and the Paycock" του Σον Ο' Κέισι, ενώ η επιθυμία του να παίξει στο θέατρο Abbey, της ίδιας πόλης, εκπληρώθηκε το 1970, όταν εμφανίστηκε στο έργο του Μπέκετ "Περιμένοντας τον Γκοντό", μαζί με τον Ντόναλ ΜακΚαν.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 συμμετείχε ενεργά στις διαμαρτυρίες εναντίον του πολέμου της Κορέας και αργότερα, στη δεκαετία του 1960, εκδήλωσε την αντίθεσή του και στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Στη δεκαετία του 1970 είχε σοβαρές περιπέτειες με την υγεία του, εξαιτίας της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Χειρουργήθηκε το 1976 και του αφαιρέθηκε το πάγκρεας και μεγάλο μέρος του στομαχιού του. Το 1978 έφτασε ένα βήμα από τον θάνατο εξαιτίας αιματολογικής διαταραχής. Τελικά ανάρρωσε, αν και πλέον έβρισκε δυσκολότερα ρόλους σε ταινίες, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται περισσότερο στην τηλεόραση και σποραδικά στο θέατρο.

«Δεν είχα ποτέ σκοπό να γίνω ηθοποιός, έγινα μάλλον από τύχη. Μετά τη θητεία μου στο Ναυτικό επέστρεψα στο Λιντς και έκανα μαθήματα ποίησης στο Arts Centre. Εκεί ανέβαινε μια παραγωγή του Fathers and Sons στο Civic Centre και ο πρωταγωνιστής έπεσε από τις σκάλες. Για κάποιο λόγο, μου ζήτησαν να τον αντικαταστήσω. Το έκανα για δύο εβδομάδες και κόλλησα. Κόλλησα άσχημα", είχε πει σε συνέντευξή του.

Και η Τζόαν Φοντέιν

Μία μέρα μετά τον θάνατο του Πίτερ Ο' Τουλ, άφησε την τελευταία της πνοή στο Καρμέλ της Καλιφόρνιας η μεγάλη ηθοποιός Τζόαν Φοντέιν, στα 96 της χρόνια. Η Τζόαν ντε Μπουβουάρ ντε Χάβιλαντ γεννήθηκε στο Τόκιο στις 22 Οκτωβρίου του 1917 από Βρετανούς γονείς. Καθώς και η ίδια και η μεγαλύτερη αδελφή της (η ηθοποιός Ολίβια ντε Χάβιλαντ) αρρώστησαν από το κλίμα, η μητέρα τους μετακόμισε με τις κόρες της στην Καλιφόρνια. Η μεγάλη αδελφή ξεκίνησε να παίζει στο θέατρο και σε ταινίες του Χόλιγουντ. Τότε η Φοντέιν επέστρεψε στο Τόκιο και σπούδασε στο τοπικό αμερικανικό κολέγιο. Επέστρεψε στο Σαν Χοσέ, όταν οι γονείς της χώρισαν, σε ηλικία 17 ετών και ακολούθησε τα χνάρια της αδελφής της. Αλλαξε όμως το όνομά της σε Φοντέιν (το όνομα του πατριού της) γιατί ήθελε να ξεχωρίζει από αυτήν. Πρωταγωνίστησε σε αρκετές ταινίες της δεκαετίας του `30, ανάμεσά τους και το «The Women» του Τζορτζ Κιούκορ αλλά η ανάδειξή της στην κορυφή οφείλεται στον Άλφρεντ Χίτσκοκ, που την επέλεξε για να πρωταγωνιστήσει δίπλα στον Λόρενς Ολίβιε στη «Ρεβέκκα» (1940). Ένα χρόνο μετά, η Φοντέιν υποδύεται ξανά μια ηρωίδα του Χίτσκοκ, δίπλα στον Κάρι Γκραντ, στις «Υποψίες», κερδίζοντας το Όσκαρ Α' Γυναικείου ρόλου -η μοναδική ηθοποιός που έχει κερδίσει Όσκαρ σε ταινία του Χίτσκοκ. Αυτή η νίκη της έφερε στην επιφάνεια και τη διαβόητη αντιπαλότητά της με την αδελφή της, την ηθοποιό Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, που ήταν υποψήφια επίσης την ίδια χρονιά με το «Αύριο δεν θα ξημερώσει" ("Hold Back the Dawn"). Σύμφωνα με χολιγουντιανούς βιογράφους, η Ντε Χάβιλαντ σηκώθηκε για να συγχαρεί την αδελφή της όταν την προσπερνούσε για να ανέβει στη σκηνή και να παραλάβει το Όσκαρ της, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Το ίδιο όμως λέγεται ότι έκανε κι εκείνη όταν η Φοντέιν επιχείρησε να τη συγχαρεί το 1947 όταν κέρδισε το Όσκαρ της για το «Δωσ' μου πίσω το παιδί μου" ("To Each His Own"). Οι δύο αδελφές, οι οποίες είχαν προβλήματα από τα παιδικά τους χρόνια, σταμάτησαν οριστικά κάθε επικοινωνία στα μέσα της δεκαετίας του '70. Η Ντε Χάβιλαντ ζει ακόμα στο Παρίσι. Είναι 97 ετών.

Μετά το Όσκαρ της η Φοντέιν κέρδισε το 1943 ακόμα μία οσκαρική υποψηφιότητα, με το «Πεθαίνω από Αγάπη" του Έντμουντ Γκούλντινγκ. Το 1944 πρωταγωνίστησε δίπλα στον Όρσον Γουέλς στην αριστουργηματική παραγωγή του «Τζέιν Εϊρ». Άλλες μεγάλες επιτυχίες της ήταν «Το Γράμμα μιας Άγνωστης» του Μαξ Οφίλς, ο «Οθέλλος» του Όρσον Γουέλς (1952), «Τσάι και Συμπάθεια» δίπλα στον Άντονι Πέρκινς, ο «Ιβανόης» (1952), το «Νησί στον Ήλιο» (1957), το «Τρυφερή είναι η Νύχτα» (1962).

Από τα μέσα της δεκαετίας του '60 η Φοντέιν πρωταγωνιστούσε κυρίως σε τηλεοπτικές παραγωγές. Το 1978 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της «No Bed of Roses», στην οποία εξιστορούσε τη διαμάχη της με την αδελφή της. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές. Με τον δεύτερο άντρα της, τον Γουίλιαμ Ντοζιέ, είχαν ιδρύσει στα μέσα της δεκαετίας του '40 την εταιρεία παραγωγής Rampart Productions.

Κ.Τ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0