Επισκέφτηκα τη Βενετία, μετά από πολλά χρόνια, στα τέλη Ιουλίου.
Πρόκειται πράγματι για μια πόλη μοναδική, όπως ισχυρίζονται οι φανατικοί θαυμαστές της. Όχι μόνο γιατί έχει καταφέρει να διατηρήσει την ιστορική της εικόνα αναλλοίωτη. Αλλά και γιατί έχει καταφέρει να συνδέσει δύο έννοιες ασύμβατες, τον ρομαντισμό με τον νεοφιλελευθερισμό.
ΕΝΤΥΠΩΣΗ Α': Μέσα στο αναγεννησιακό σκηνικό των παλατιών των δόγηδων και των επαύλεων των αστών πραγματοποιείται ένα νέο είδος σταυροφορίας. Οι Βενετοί κατακτούν ξανά τον κόσμο με την εμπορία της τέχνης.
Παρουσιάζουν σε διαφορετικά φεστιβάλ, καθ' όλο τον χρόνο, τις διαφορετικές μορφές της, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο, τη μουσική.
Συνδυάζουν τη μαγεία που ασκεί η πόλη τους με τα τσουχτερά αντίτιμα της θέασής της.
Γνωρίζουν ότι «η τέχνη πουλάει», ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, και αναδεικνύεται σε ένα ιδιαίτερο μέσο διάκρισης του πλούτου από τη φτώχεια. Μπορούν επίσης να διαχωρίσουν επακριβώς τον γνήσιο φιλότεχνο από εκείνον που χρησιμοποιεί την τέχνη ως στοιχείο κοινωνικής προβολής και να εκμεταλλευτούν δεόντως αμφότερους.
ΕΝΤΥΠΩΣΗ Β': Η 55η εικαστική Μπιενάλε πλαισιώνεται με εκθέσεις που μοιάζουν να την ενδυναμώνουν.
Είδαμε την έκθεση του Γάλλου σκαπανέα του μοντερνισμού, εκείνου που εισήγαγε το βλέμμα του θεατή μέσα στο εικαστικό έργο, Εντουάρ Μανέ. Γίνεται στο Παλάτι των Δόγηδων και δείχνει τις επιρροές του από καλλιτέχνες της Σχολής της Βενετίας, όπως ο Τισιανός. Εκεί αντικρίζουμε, δίπλα στην περίφημη «Ολυμπία» του από το 1853 την πηγή της πνοής του, το έργο του αναγεννησιακού καλλιτέχνη Τισιανού, «Η Αφροδίτη του Ουρμπίνο», από το 1538, όταν η θεά του έρωτα εκτίθεται ως μια πλούσια μεν, αλλά κοινή «θνητή».
Επισκεφτήκαμε την εκπληκτική έκθεση «FRAGILE?» στο νησί του Σαν Τιόρτζιο ντι Ματζιόρε. Όπου καθρεφτίζεται μέσα και πάνω στη διάφανη, εύθραυστη, σπασμένη επιφάνεια του γυαλιού η διάφανη, θραυσματισμένη ισορροπία των κοινωνιών με έργα που ανέτρεψαν την παραδοσιακή αντίληψη για την τέχνη: Αναφέρουμε ενδεικτικά το ειρωνικό φιαλίδιο φαρμακείου που φέρει την επιγραφή «50cc air de Paris» του «πατέρα των 'ready-made'» της δεκαετίας του '20 Μαρσέλ Ντισάν, ή την αρχαϊκή φιγούρα ενός αφηρημένου τετράποδου από τη δεκαετία του '80 του Γιόζεφ Μπόις που ισορροπεί πάνω σε ριγμένα μπουκάλια δίπλα σε έπιπλα, που μοιάζουν να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα ξύλινα πόδια του -πόδια τραπεζιού-, ενώ το κέντρο του χώρου καταλαμβάνουν σπασμένα γυαλιά. Το έργο είναι φτιαγμένο ως μνεία στον σεισμό της Ιρπίνια το 1980, εξ ου και ο τίτλος του «Terremotto in Palazzo». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μπόις είναι αυτός που εισήγαγε στην Ιστορία της Τέχνης την έννοια του «Gesamtkunstwerk», του συνολικού έργου τέχνης, θέλοντας να συνδέσει τη ζωή με την καλλιτεχνική δημιουργία, οργανώνοντας «δράσεις» με έντονο συμβολισμό.
ΕΝΤΥΠΩΣΗ Γ': Η 55η Μπιενάλε της Βενετίας που ονοματίστηκε «Παλάτσο Εντσικλοπέντικο» μοιάζει να βασίζεται στους δύο αυτούς πρωτοπόρους που πιο πάνω αναφέραμε. Ο, Ιταλός στην καταγωγή, 39χρονος επιμελητής της Μασιμιλιάνο Τζιόνι προσπαθεί να παρουσιάσει τη σημαντικότερη έκθεση σύγχρονης τέχνης ως ένα πλουραλιστικό πεδίο αναζήτησης. Προβάλλει στο «Κεντρικό Περίπτερο» των «Κήπων» ανάμεσα σε παλαιότερους και νέους καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως η σουρεαλίστρια Dorothea Tanning, η εξπρεσιονίστρια Maria Lassning, ο εκφραστής της arte povera Mario Merz, λιγότερο γνωστούς αλλά και αυτοδίδακτους δημιουργούς.
Σαν να θέλει να επικυρώσει για άλλη μια φορά τα λόγια του Γιόζεφ Μπόις, σύμφωνα με τα οποία καθένας μπορεί να γίνει καλλιτέχνης μέσα από τη δημιουργική του δράση ή την ενασχόλησή του με την τέχνη.
Ιδιαίτερη αίσθηση μου άφησε η εγκατάσταση της Eva Kotatkova από την Πράγα, που έχει ασχοληθεί με το σωφρονιστικό σύστημα των φυλακών αλλά και με τον τομέα της ψυχιατρικής και αποκαλεί το έργο «Άσυλο 2013». Συντίθεται με φωτογραφίες και κεφαλές που φέρουν ως μάσκα κάγκελα, φωτοτυπίες από βιβλία βιολογίας και συγκλονιστικές περιγραφές ασθενών, όπως εκείνου που περιγράφει το κεφάλι του σαν έναν λαβύρινθο με πολλά δωμάτια όπου βρίσκει ξεχασμένα αντικείμενα, ενώ, όταν είναι κουρασμένος, νιώθει το κεφάλι του να αυξομειώνεται.
Στην «Αρσενάλε» ακολουθήθηκε το ίδιο σκεπτικό.
Δέσποζαν τα μπρούτζινα γλυπτά του Ηans Josephson από το Καλίνινγκραντ, που είχαν ως στόχο να ενεργοποιήσουν τον εβραϊκό μύθο του Γκόλεμ. Που φτιάχτηκε από λάσπη από έναν ραβίνο, για να προστατέψει την κοινότητά του από τους εισβολείς. Και όντας οι τεράστιες άμορφες μάζες, απ' όπου πρόβαλε μια μύτη, μπέρδευαν τον θεατή αναφορικά με το υλικό τους και έφεραν όπως και οι ξαπλωμένες φιγούρες του το βάρος της παράδοσης του 19ου αιώνα. Αντίθετα, οι αφηρημένες όρθιες μορφές του θύμιζαν αρχαϊκούς κούρους.
Έλκυαν το βλέμμα του θεατή τα μικρού μεγέθους σχέδια με δέντρα και κλαριά του Βέλγου Patrick van Caeckenberg που μόνο η θεώρησή τους από κοντά αποκάλυπτε ότι είναι φτιαγμένα με μολύβι.
Παρέσυραν στους κυματισμούς τους οι μινιμαλιστικές πάλλευκες ζωγραφικές επιφάνειες της Ινδής Prabhavathi Meppaqyil, με τις γραμμές που είχε χαράξει πάνω τους και τα ασύμμετρα κενά που δημιουργούσε.
ΕΝΤΥΠΩΣΗ Δ': Ο υπερεθνικός χαρακτήρας της σύγχρονης τέχνης τονίστηκε, πάση θυσία, με την ανταλλαγή που έγινε στα εθνικά περίπτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας, μετά από πρόταση των αντίστοιχων υπουργείων Εξωτερικών ως μνεία στη «Συνθήκη των Ηλυσίων» που υπογράφηκε πριν από 50 χρόνια. Ίσως γι' αυτό και να θύμιζε περισσότερο τη δημιουργία ενός γαλλογερμανικού άξονα.
Η φιλοξενία του Αλβανού Anri Sala με την ατμοσφαιρική βιντεοεγκατάσταση για το "Κοντσέρτο για το Αριστερό Χέρι" του Μόρις Παβέλ με τον παιγνιώδη τίτλο "Ravel, Ravel, Unravel" (μπλέκω, μπλέκω, ξεμπλέκω) φαινόταν παράταιρη στο μνημειώδες περίπτερο της Γερμανίας που ανεγέρθηκε επί κυριαρχίας των ναζί.
Ενώ στο περίπτερο της Γαλλίας η Γερμανίδα επιμελήτρια έμοιαζε να έχει κάνει την επιλογή των καλλιτεχνών με γνώμονα την ξένη υπηκοότητα ανθρώπων που ζουν μόνιμα ή κατά περιόδους στο Βερολίνο. Δίνοντας άνισα μεγάλο χώρο στην εγκατάσταση με καρέκλες του Κινέζου αντικαθεστωτικού Ai Weiwei.
Τέλος, η συμμετοχή του Στέφανου Τσιβόπουλου στο ελληνικό περίπτερο με την «Ιστορία Μηδέν», που δίπλα στο αρχειακό υλικό για τα εναλλακτικά μη νομισματικά συστήματα ανταλλαγών προβάλλει ένα φιλμ βασισμένο πάνω στις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων και της σχέσης με το χρήμα. Απέσπασε το χαμόγελο, ίσως και το γέλιο, ακόμα και των ξένων θεατών που πιθανόν δεν γνωρίζουν τις συνθήκες διαβίωσης στην Αθήνα. Όταν τα λουλούδια από χαρτονομίσματα 100, 20 και 500 ευρώ, που φτιάχνει η συλλέκτρια έργων τέχνης και ανανεώνει τακτικά πετώντας τα στον κάδο, καταλήγουν στα χέρια ενός Αφρικανού μετανάστη που ψάχνει τα σκουπίδια.
ΕΝΤΥΠΩΣΗ Ε': Η 55η Μπιενάλε της Βενετίας, που κλείνει τις πύλες της στις 24 Νοεμβρίου, κατάφερε για άλλη μια φορά να επαναδιαπραγματευτεί τα ερωτήματα που απασχολούν ανέκαθεν τους δημιουργούς αναφορικά με τη λειτουργία της τέχνης στον δημόσιο χώρο, τη σχέση της με το κοινό, το ζήτημα της κυρίαρχης αισθητικής.
Έδειξε κατάδηλα και με τον συγχρωτισμό παλιών και νέων «ότι τα έργα τέχνης επιβεβαιώνονται όχι από τους ανθρώπους, αλλά από τον χρόνο», όπως έχει πει ο Μαρκ Σαγκάλ.
Και έδειξε ακόμα ότι η καλλιτεχνική δημιουργία, με την έντονη παρουσία της ζωγραφικής και της γλυπτικής, βρίσκεται στο κατώφλι μιας μετάβασης από την καθαρά εννοιολογική τέχνη στην απτή χειρονομιακή τέχνη.