«Οι διαβολογυναίκες» (Les Diaboliques)
Σκηνοθεσία: Ανρί-Ζορζ Κλουζό
Ερμηνεία: Σιμόν Σινιορέ, Βέρα Κλουζό, Πολ Μορίς, Σαρλ Βανέλ, Ζαν Μπροκάρ, Μισέλ Σερό
Μια επανέκδοση ξεχωρίζει ανάμεσα στις τρεις ταινίες που βγαίνουν στους κινηματογράφους αυτή την εβδομάδα. Ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου, «Οι διαβολογυναίκες» (1955), είναι μια ταινία για την ενοχή και την συνενοχή, αλλά και για το δίπολο θύμα-θύτης και για τη σχέση του θεατή με τα δρώμενα επί της οθόνης. Έχοντας ως κορυφή του ερωτικού τριγώνου έναν καταπιεστικό και αυταρχικό ιδιοκτήτη-διευθυντή ιδιωτικού σχολείου (Πολ Μορίς) και στις άλλες δύο κορυφές την καταπιεσμένη σύζυγο (Βέρα Κλουζό) και την ερωμένη (Σιμόν Σινιορέ), παρακολουθούμε το «πλησίασμα» των δύο γυναικών, που αποφασίζουν να δολοφονήσουν τον άντρα-αφέντη... Ο Πολ Μορίς εμφανίζεται με τόσο βάναυση συμπεριφορά που η δολοφονία του μοιάζει να είναι δικαιολογημένη, στα μάτια του θεατή.
Το σχολείο έχει ολιγοήμερες διακοπές, τις οποίες εκμεταλλεύονται οι δύο γυναίκες για να εφαρμόσουν το σχέδιό τους. Τον ναρκώνουν με υπνωτικό και στη συνέχεια τον πνίγουν στην μπανιέρα. Εκμεταλλευόμενες την αργία, ρίχνουν το πτώμα στην πισίνα του σχολείου...
Όμως λίγες μέρες μετά, όταν η πισίνα αδειάζει για να καθαριστεί, το πτώμα έχει εξαφανιστεί! Συγχρόνως, ένας μαθητής επιμένει ότι έχει δει τον διευθυντή, ενώ το καθαριστήριο στέλνει πίσω, καθαρό και σιδερωμένο, το κουστούμι που φορούσε τη βραδιά που δολοφονήθηκε...
Η ταινία οδηγείται σε μια «μεταφυσική» κατεύθυνση όταν, στη συνέχεια, στην αναμνηστική σχολική φωτογραφία, στο φόντο αχνοφαίνεται το πρόσωπο του δολοφονηθέντος... «Ένα παιχνίδι θανάτου για τρεις, ένα παιχνίδι αγωνίας για όλους», έχει γραφτεί, σαν διαφημιστικό σλόγκαν για την ταινία, που διατηρεί μέχρι σήμερα τη γοητεία της, το μυστήριο αλλά και τα διφορούμενα στοιχεία της. Ξεκινά σαν ένα σκοτεινό και παράδοξο νουάρ, όπου σύζυγος και ερωμένη αποφασίζουν από κοινού να σκοτώσουν τον καταπιεστικό σύζυγο - εραστή, για να μετεξελιχθεί σχεδόν σε ταινία τρόμου...
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν από τους μεγαλύτερους θαυμαστές της ταινίας, που βασίζεται σε νουβέλα του συγγραφικού διδύμου Πιερ Μπουαλό - Τομά Ναρσεζάκ: Ανανεωτές του αστυνομικού μυθιστορήματος, εισήγαγαν το roman de suspense, και ο Χίτσκοκ χρησιμοποίησε μετά τις «Διαβολογυναίκες» την ιστορία τους «D'Entre des Morts» ως πρώτη ύλη για το αριστούργημά του «Δεσμώτης του Ιλίγγου».
Ο Ανρί-Ζορζ Κλουζό (1907 - 1977) είναι ένας από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτης του γαλλικού και του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Αφού εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ως δημοσιογράφος, ξεκίνησε την κινηματογραφική του σταδιοδρομία το 1930, ως βοηθός σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Μια σοβαρή ασθένεια τον υποχρέωσε να διακόψει κάθε δραστηριότητά του, από το 1934 μέχρι το 1938, για να επανεμφανιστεί στα κινηματογράφο το 1942, σκηνοθετώντας την ταινία «Ο δολοφόνος κατοικεί στο νούμερο 21». Τον επόμενο χρόνο, με την ταινία «Κοράκι», σημείωσε μεγάλη επιτυχία, η οποία εδραιώθηκε με τις ταινίες «Στις όχθες του Σηκουάνα» (1947), «Μανόν» (1948) και το θρυλικό «Το μεροκάματο του τρόμου» (1952). Οι τρεις πρώτες του ταινίες προδίδουν την επίδραση του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου και κυρίως του Φριτς Λανγκ. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των ταινιών του είναι η βαθιά απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση.
Ιδιαίτερη θέση στη φιλμογραφία του Κλουζό κατέχει η ταινία «Το μυστήριο Πικάσο» (1956), στην οποία κατόρθωσε, χρησιμοποιώντας νέες τεχνικές, να αποτυπώσει τη δημιουργική δραστηριότητα του ζωγράφου ακριβώς τη στιγμή που εκείνη εκτυλισσόταν. Ένα χρόνο πριν, είχε γυρίσει τις «Διαβολογυναίκες». Στις τελευταίες του ταινίες ο Κλουζό κατάφερε να δημιουργήσει με μεγάλη δεξιοτεχνία μια ατμόσφαιρα έντασης και τρόμου.
Μια κηδεία, ένας γάμος και ένας έρωτας
«Μια βραδιά στο Σαιν Τροπέ» (Des gens qui s'embrassent)
Σκηνοθεσία: Ντανιέλ Τόμπσον
Ερμηνεία: Καντ Μεράντ, Μόνικα Μπελούτσι, Ερίκ Ελμοσίνο, Βαλερί Μπονετόν, Μαξ Μπουμπλί, Λου Ντε Λαζ, Κλάρα Πονσό, Ιβρί Γκιτλίς
Πώς μπορούν να συνδυαστούν ταυτόχρονα ένας γάμος και μια κηδεία; Στο δύσκολο αυτό ερώτημα δίνει μια πρώτη απάντηση αυτή η συμπαθητική γαλλική ερωτική κομεντί, όπου διασταυρώνονται οι ζωές δύο αδελφών που έχουν πάρει εντελώς διαφορετικούς δρόμους: Ο ένας (Ερίκ Ελμοσίνο), μουσικός ορχήστρας, έχει «ανακαλύψει» το ορθόδοξο εβραϊκό παρελθόν του, ενώ ο δεύτερος (Καντ Μεράντ) έχει πέσει με τα μούτρα στις μπίζνες, αδιαφορώντας για θρησκείες και παραδόσεις. Όταν η γυναίκα του πρώτου σκοτωθεί ξαφνικά σε τροχαίο, τα δύο αδέλφια θα έρθουν κοντά μετά από χρόνια για την κηδεία, μόνο που... συμπίπτει με τον γάμο της κόρης του δεύτερου! Ακόμα χειρότερα, η κόρη του πρώτου αδελφού, καθ' οδόν για την κηδεία της μητέρας της, θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον γαμπρό της ξαδέλφης της, χωρίς βέβαια να γνωρίζει την ταυτότητά του...
Καλές ερμηνείες απ' όλους τους ηθοποιούς (η Μόνικα Μπελούτσι στο ρόλο της ελαφρόμυαλης Ιταλίδας συζύγου), μια ρομαντική διάσταση στην ιστορία και πολλά κωμικά στοιχεία. Ό,τι πρέπει για μια καλοκαιρινή βραδιά σε σινεμά.
«Lay the Favourite»
Σκηνοθεσία: Στίβεν Φρίαρς
Ερμηνεία: Ρεμπέκα Χολ, Μπρους Γουίλις, Τζόσουα Τζάκσον, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς
Απογοήτευση από τον Στίβεν Φρίαρς, που αφηγείται εδώ μια ιστορία από τον κόσμο του αμερικανικού τζόγου, βασισμένη σε πραγματικά στοιχεία. Η νεαρή Μπεθ Ρέιμερ (στην αυτοβιογραφία της βασίζεται το σενάριο) εγκαταλείπει το σπίτι της στη Φλώριδα για να γίνει σερβιτόρα στα καζίνα του Λας Βέγκας. Εκεί θα γνωρίσει τον Ντινκ (Μπρους Γουίλις), επαγγελματία του τζόγου, που θα την μυήσει στα μυστικά αυτού του «παράλληλου σύμπαντος», για το οποίο η Μπεθ φαίνεται να έχει ιδιαίτερη κλίση... Σε ελάχιστες σκηνές της ταινίας ο Φρίαρς εμφανίζει κάποιες σκηνοθετικές αναλαμπές του ταλέντου του, αλλά συνολικά κάνει μια δουλειά τυπικής διεκπεραίωσης. Κρίμα...