Από την μία χαιρόμουν πολύ αλλά από την άλλη ήμουν και κάπως λυπημένος καθώς πλησίαζα στην Γεωπονική Σχολή το βράδυ της Παρασκευής. Αν η συναυλιακή και όχι μόνο πραγματικότητα της Ελλάδας ήταν διαφορετική, αν η χώρα μας δεν απείχε τόσο από την κεντρική Ευρώπη, άρα και από το δρομολόγιο που ακολουθούν οι περισσότερες περιοδείες στην Γηραιά Ηπειρο, αν, αν, αν...όπως και αν έχει θα ήθελα, θα μπορούσα, θα έπρεπε ίσως διάβολε να είχα δει τους Gang Of Four πολύ καιρό, μπορεί και τριάντα χρόνια πριν. Κάλλιο αργά παρά ποτέ βέβαια, αυτό ισχύει πάντα και σε κάθε περίσταση αλλά τα απωθημένα χρόνων δεν σου φεύγουν έτσι εύκολα...Ισως γι' αυτό και δεν μπορούσε να μου φύγει από το μυαλό μια υπόγεια, «εσωτερική» ειρωνεία που μάλλον πρέπει να διέλαθε από πάρα πολλούς, μια ειρωνεία που ξεκινάει από το ίδιο το όνομα της βρετανικής μπάντας για όσους τυχαίνει να γνωρίζουν λίγα πράγματα για αυτήν. Γιατί το όνομα των GOF δεν αποτίει φόρο τιμής στην Συμμορία Των Τεσσάρων, δηλαδή της χήρας του Μάο Τσε Τουνγκ και των άλλων τριών που επιχείρησαν να υφαρπάξουν την εξουσία στην Κίνα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Τιμονιέρη. Οι GOF δεν ήταν ποτέ μαοϊκοί ή έστω «μετα- μαοϊκοί» όσο δεν ήταν και οι τυπικοί μαρξιστές/λενινιστές, ούτε καν αριστεριστές, αλλά μόνον αυθεντικοί τροτσκιστές. Ας σκεφτεί λοιπόν κανείς το τι εξέφραζε το '78 που ξεκίνησαν η επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος...και σκεφτεί επίσης την πολιτική ταυτότητα του ΝΑΡ το οποίο διοργανώνει το φεστιβάλ Αναιρέσεις. Οσο καλοπροαίρετος και αν είναι δεν μπορεί να μη διακρίνει αυτή την αίσθηση κρυμμένης – και μεταφορικά τραγικής ίσως; - ειρωνείας....
Μετά λοιπόν τους αξιοπρεπείς μεν αλλά ακόμα υπερβολικά δέσμιους των επιρροών τους ημέτερους Victory Collapse ανέβηκαν στη σκηνή (για πρώτη φορά στην Ελλάδα!) οι GOF και η κάποια θλίψη μου για το ό,τι θα τους έβλεπα τόσο καθστερημένα μετατράπηκε σε μια μικρή αρχικά και στη συνέχεια ολοένα και μεγαλύτερη απογοήτευση. Γνώριζα βλέπετε ότι μετά την διάλυση του αυθεντικού κουαρτέτου το '84 είχαν υπάρξει τρεις κατά σειρά επανασυγκροτήσεις με πλέον πρόσφατη αυτή του '10 αλλά με παρόν πάντα το ηγετικό δίδυμο, τον τραγουδιστή Jon King και τον κιθαρίστα αλλά και βασικό συνθέτη (και επίσης στιχουργό της πλειοψηφίας των τραγουδιών τους) Andy Gill. Αυτό που δεν γνώριζα (και καμία σχετική ανακοίνωση του φεστιβάλ Αναιρέσεις δεν έκανε στον κόπο να αναφέρει, αξίζει να σημειωθεί) ήταν ότι, όπως φάνηκε μόλις βγήκαν στην σκηνή, κάποια στιγμή πέρυσι και ο King αποφάσισε να αποχωρήσει και τον έχει πλέον αντικαταστήσει ένας πολύ νεότερος του. Και αν και αναμφίβολα είναι ένας καλός ερμηνευτής η απειρία του και όχι μόνο τον κάνουν να έχει ακόμα να ζηλέψει πολλά από τον King…
Αν και λοιπόν μουσικά τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά από την αρχή προσωπικά τουλάχιστον ο νέος τραγουδιστής μου χαλούσε κατά πολύ την απόλαυση. Ντύσιμο και κούρεμα που όχι απλά θύμιζαν αρχές δεκαετίας του '80 – γεγονός που από μόνο του δεν θα ήταν καθόλου κακό – αλλά πιο συγκεκριμένα το κίνημα των νεορομαντικών (!) και όχι την post punk σκηνή της οποία σαρξ εκ της σαρκός ήταν οι GOF, υπέρ του δέοντος σε βαθμό που να γίνεται σχεδόν ενοχλητικό υπερκινητικός - και με την κίνηση ειδικά των χεριών του να είναι τρομερά αδέξια, αν όχι άγαρμπη - και με έναν υπερβολικό σεβασμό, στα όρια σχεδόν του δουλικού δέους, απέναντι στον φύσει και θέσει πλέον αρχηγό του γκρουπ, τον Andy Gil. Σαφώς όχι και η καλύτερη των ενάρξεων για μια συναυλία που την περίμενες επί τόσα χρόνια...
Μέχρι που, στα μισά περίπου της συναυλίας, έπαιξαν το πρώτο από τα γνωστά, κλασικά μάλλον, τραγούδια από τα τρία πρώτα - το λιγότερο ιστορικά – albums τους, το «(Love Like) Anthrax» και η κατάσταση άρχισε να αλλάζει άρδην. Ο τραγουδιστής προφανώς σταμάτησε να νιώθει τόσο μεγάλη πίεση να σταθεί στο ύψος του προκατόχου του και κατά συνέπεια άρχισε να δείχνει πιο άνετος, μέχρι και να απολαμβάνει και ο ίδιος ότι βρισκόταν επάνω στην σκηνή. Και τότε επιτέλους όλα άρχισαν να γίνονται όλο και καλύτερα με κάθε κομμάτι και μαζί η απογοήτευση μου να δίνει την θέση της σε μιαν ήρεμη ικανοποίηση που γινόταν όλο και μεγαλύτερη καθώς το ένα τρίλεπτο αριστούργημα ακολουθούσε το άλλο...To «We Live As We Dream, Alone» είχε σχεδόν την ίδια αμεσότητα στο δαιμονισμένο riff του μα και αίσθηση του επείγοντος σα να άκουγες να το παίζει η αθεντική μπάντα την εποχή που το είχε γράψει και μετά ο Gill να λέει σχεδόν συνωμοτικά στο μικρόφωνο «και τώρα ένα τραγούδι που μάλλον ξέρετε» και το «Damaged Goods» να ηχεί το ίδιο σημαντικό αλλά και ρηξικέλευθο όσο και τριάντα τέσσερα χρόνια πριν! Μια rhythm section ακριβής σαν καλοκουρδισμένη μηχανή – ο μυστακοφόρος με το mohican ντράμερ να «καρφώνει» λες και χειριζόταν ηλεκτρικό δράπανο και το μπάσο να φτύνει φωτιά στα χέρια του συμπαθέστατου τυπάκου με τα rasta κοτσιδάκια, η κιθάρα να δίνει οξυγώνια σχήματα στις αέριες μάζες καθώς τους έστελνε παραμορφωμένα ηχητικά κύματα ελλειπτικών συχνότητων (ούτε ακριβώς ρυθμικές συγχορδίες και βέβαια ούτε τα τυπικά σόλο αλλά κάτι ανάμεσα σε αυτά τα δύο, κάποιες φορές ακόμα και σκέτες εκρήξεις ατόφιου θορύβου) και ο τραγουδιστής να δονείται τόσο από την ωμή, άγρια, κυριολεκτικά σωματική ρυθμική δύναμη ώστε του ήταν σχεδόν αδύνατο να μην πηδάει πότε – πότε στον αέρα, ανάμνηση ίσως από το pogo των punks που λόγω ηλικίας πρέπει να το έχει δει μόνο στην τηλεόραση.
Οσο για τον ίδιο τον Gill; Ο Gill ήταν αυτός που ήταν πάντα, με το κομψό κουστούμι (αλλά φυσικά χωρίς γραβάτα!) του, μαύρο στην συγκεκριμένη περίπτωση, σοβαρός στο έπακρο, ίσως ακόμα και με μιαν ολίγον «ξινή» - και τόσο αντιπροσωπευτικά βρετανική μάλλον...- έκφραση στο πρόσωπο του, αγέλαστος και απόλυτα συγκεντρωμένος σε αυτό που έκανε και με την αιώνια «ανήσυχη», αγχωτική και νευρική κινηση του – πηγαίνοντας από την μία άκρη της σκηνής στην άλλη με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα ή να δείχνει απλανές, «παίζοντας» με τους άλλους και κυρίως με τον τργουδιστή όπως έκανε πάντα και με τον King και, όπως ακριβώς και τον παλιό καλό καιρό, προσθέτοντας κάποια φωνητικά εδώ και εκεί, άλλοτε στα ρεφρέν και άλλοτε αναλαμβάνοντας την ερμηνεία για ένα ολόκληρο κουπλέ. Αλλωστε ήξερε πολύ καλά ότι όλα τα μάτια ήταν επάνω του...Και πριν απ' όλα των άλλων τριών που τον κοίταζαν όπως άρμοζε στον φυσικό ηγέτη τους, έναν αληθινό αριστερό ηγέτη όμως, «πρώτο μεταξύ ίσων» και ο οποίος δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να ασκήσει οποιουδήποτε είδους εξουσία αλλά απλά οδηγεί, μοιράζεται με τους συντρόφους του το όραμα του, αυτό ακριβώς δηλαδή που είναι και το μόνο που περιμένουν εκείνοι από αυτόν.
«I Love A Man In A Uniform» όπου άπαντες συμμετείχαν στα φωνητικά και ακόμα περισσότερο ύπουλα υπονομευτικό από τότε που ξεχώριζε στα μοδάτα clubs των μέσων της δεκαετίας του '80 ανάμεσα στα μετα-disco σκουπίδια της εποχής ακριβώς γιατί μεταχειριζόταν ένα μεγάλο μέρος από τους κώδικες τους για να κονιορτοποιήσει την ιδεολογία και την συλλογική νοοτροπία πίσω από το ήδη διαφαινόμενο υλιστικό lifestyle που έμελλε να κυριαρχήσει διεθνώς τα επόμενα είκοσι χρόνια…Χρησιμοποιώντας μιαν από τις αμφισημίες που υπάρχουν σε κάθε γλώσσα αν κάποιος την κατέχει πραγματικά ο Gill με ένα και μόνο στίχο, «The girls, they love to see you shoot» (για τους μη γνωρίζοντες την αγγλική αργκό το shoot, εκτός από πυροβολώ, σημαίνει επίσης και εκσπερματώνω) στο τραγούδι αυτό χτυπάει στην καρδιά το ακόμα πιο φρικαλέο και από τον ακρότατο καπιταλισμό τέρας το οποίο ελλοχεύει στα πιο σκοτεινά κατάβαθα των σύγχρονων κοινωνιών και αποτελεί την πλέον επικίνδυνη απειλή για αυτές με το να καταδεικνύει μια «κρυφή» ίσως για πολλούς αλλά απολύτως αποδεδειγμένη και ισχύουσα εξίσωση, σεξισμός/φαλλοκρατισμός = μιλιταρισμός = «αιτιολογημένη» σωματική βία = μαύρος και απροκάλυπτος φασισμός. Μια τόσο ευφυής και δραστική ανατροπή νοτροπιών και συμβόλων ώστε θα μπορούσε πολύ ωραία να γίνει ο ύμνος του κάθε ανεγκέφαλου χρυσαυγίτη μα και όλων αυτών των ουσιαστικά αμόρφωτων, αφασικών και μεγαλωμένων αποκλειστικά με μια κουλτούρα του πλέον χύδην καταναλωτισμού νεαρών κοριτσιών τα οποία εντυπωσιασμένα από την δήθεν εφ΄όλης της ύλης «μαγκιά» του «σωστού άντρα» γεμίζουν με likes την σελίδα του στο Facebook… την ίδια στιγμή όμως όλοι και όλες αυτές να μην μπορούν καν να αντιληφθούν ότι αποτελεί το πιο δυνατό χαστούκι στους ίδιους/ίδιες και κυρίως στην, ακόμα περισσότερο και από ανερμάτιστη, μισανθρωπική κοσμοθεωρία τους! Με άλλα λόγια τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ό,τι θα περίμενες ένα συγκρότημα που τα δύο βασικά μέλη του ήταν απόφοιτοι φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Λιντς, γεγονός που τους έκανε ικανούς δίπλα σε ένα τραγούδι με τον ρεαλιστικότατο τίτλο «Μια Τρύπα Στο Πορτοφόλι» να αναρωτιούνται καθόλου ρητορικά σε ένα άλλο «Γιατί Θεωρία;»...
Μερικά ακόμα κομμάτια, διακοπή, encore και μετά από κάνα - δύο τραγούδια έρχεται τελευταίο αυτό που περίμενα περισσότερο από κάθε άλλο, καθ' όλη την διάρκεια της εμφάνισης τους και όχι μόνο: «At Home He's A Tourist» και δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι μερικά όχι απλά διαχρονικά αλλά κυριολεκτικά αθάνατα τραγούδια τελικά αποκτούν μια δική τους ζωή, ερήμην των δημιουργών τους. Στο συγκεκριμένο αυτή εμφανίζεται με μιαν ακόμα αμφισημία που πιθανότατα δεν την είχαν στο νου τους οι Gill και King όταν το έγραφαν, ότι home εκτός από οικία σημαίνει επίσης και την γενέθλια χώρα, άλλως πως «πατρίδα»...Τί σημαίνει αλήθεια επί της ουσίας η λέξη τουρίστας σε οποιοδήποτε τόπο; Κάποιος που κατ' αρχήν απλά παρατηρεί, άρα είναι και σε μεγάλο βαθμό αδιάφορος για όσα βλέπει γύρω του....μα τελικά και ξένος στον τόπο που περιηγείται. Ιδού λοιπόν πώς ένα τραγούδι για την αποξένωση από το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί σιγά – σιγά να μετατραπεί σε τραγούδι αποξένωσης, παραίτησης και εν τέλει φυσικής ή έστω νοητικής φυγής από την ίδια σου την χώρα. Θυμίζει μήπως πολύ γνώριμες σε όλους μας παρούσες καταστάσεις;
Και ήταν εκείνη ακριβώς την στιγμή – καθώς ξελαρυγγιαζόμουν «τραγουδώντας» με υποδειγματικό φάλτσο «At home he feels like a tourist/He fills his head with culture/He gives himself an ulcer» - που, δεκαετίες ολόκληρες μετά, τα κομμάτια του παζλ άρχισαν να ενώνονται και όλα βρέθηκαν στην θέση τους. Oι GOF κατείχαν την θέση ακριβώς ανάμεσα στην απαίδευτη και λυσσαλέα «απειλή της προλεταριακής τέχνης» των Fall του Mark E. Smith και στις αγκιτατόρικες «καταγγελίες με μια κιθάρα», ούτως ειπείν οργισμένες τρίλεπτες μπροσούρες οι οποίες σταματούσαν ένα βήμα πριν γίνουν αληθινό ηχητικό αντάρτικο πόλεων των Clash. Οι GOF όμως ήταν ριζοσπάστες διανοούμενοι της μεσαίας τάξης, ακτιβιστές της σκέψης που η ώριμη, άκρως συνειδητοποιημένη και απολύτως προσαρμοσμένη στα αιτήματα της εποχής επαναστατικότητα τους συνίστατο ακριβώς στη σοφή και άψογη σύζευξη του πλέον προοδευτικού περιεχομένου (με κύριο πρόταγμα την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο αριστερός πρέπει, πριν και πάνω απ' όλα, να είναι συνεχώς αναθεωρητής της ιδεολογίας του) με την πιο πρωτοποριακή φόρμα, μια μουσική που η εκ βαθέων (αυτο)ανατρεπτική φύση της την έκανε αειθαλή, άρα και ζωντανή.
Αυτά μεν όσον αφορά στους GOF του τότε...Σήμερα όμως; Έχουν ακόμα λόγο ύπαρξης; Φυσικά και ναι, αρκεί και μόνο το γεγονός ότι ο Andy Gill βρήκε τρεις συν-αγωνιστές που έχουν σχεδόν την μισή του ηλικία για να συνεχίσει μαζί τους την πάλη για έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Εχει όμως άραγε νόημα αυτή η πάλη όταν η νίκη δεν είναι ακόμα καν ορατή; Αυτό μπορούσε εύκολα να το βρει κανείς στο ένα και μοναδικό σύντομο και σεμνό χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπο του Gill καθώς μας ευχαριστούσε και μας καληνυχτούσε με την τόσο ευγενική φράση «ήσασταν πολύ ευχάριστο ακροατήριο» και την ικανοποιημένη και γεμάτη από μιαν ούτε στο ελάχιστο αλαζονική υπερηφάνεια έκφραση του. Βλέποντας αυτόν τον μεσήλικα με τα γκρίζα αραιά μαλλιά αλλά με το καθόλυ πλαδαρό σώμα, την καρδιά και την ψυχή εφήβου και ένα μυαλό που ολοφάνερα είναι τουλάχιστον εξίσου οξυδερκές και κοφτερό όσο όταν ξεκινούσαν οι GOF δεν είχες καμία αμφιβολία ότι ένα μέρος του δρόμου έχει ήδη διανυθεί...τόσο τουλάχιστον όσο για να σου δίνει την δύναμη να συνεχίσεις να βαδίζεις ακόμα και αν ξέρεις ότι μόνον κάποιοι άλλοι, κατά πολύ μεταγενέστεροι, θα δουν το τέλος της διαδρομής. Αξίζει όμως και με το παραπάνω να το κάνεις, έστω και μόνο γι' αυτούς...ή όπως το έθεταν πολύ πιο σωστά οι GOF σε ένα από τα καλύτερα τραγούδια τους που δυστυχώς δεν μας έπαιξαν, το «Essence Rare»:
Βρήκα αυτή την σπάνια ουσία, ήταν αυτό που έψαχνα/Ήξερα ότι είχα πια αυτό που ζητούσα...