Στο σημείωμά μου της περασμένης Κυριακής επιχείρησα ένα προλόγισμα του σπουδαίου αυτού έργου, που θα ολοκληρώσω σήμερα πριν μπω στην ανάλυση της παράστασης.
Η «Ήμερη» έρχεται από την «Έπί του Όρους ομιλία» του Χριστού: «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». Είναι η πράα γυναίκα, η καλόψυχη και καλόβουλη, γεμάτη πίστη, έτοιμη να προσφέρει αγάπη και να φροντίσει τον πλησίον της, όπως η Σόνια από το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Η Ήμερη, που έχει υποστεί κακοποιητική συμπεριφορά ως ορφανό, φτωχό παιδί, δεν μπορεί γι’ αυτό να προστατεύσει τον εαυτό της από την κακία του κόσμου και αυτοκαταστρέφεται όταν παντρεύεται έναν διεφθαρμένο άνθρωπο με τον θάνατο εντός του κυριολεκτικά, που ασκεί το φαύλο επάγγελμα του ενεχυροδανειστή και που την κακομεταχειρίζεται συστηματικά μόνο και μόνο για να αποδείξει την παντοδυναμία του κακού στον κόσμο: «αν δεν υπάρχει θεός, όλα επιτρέπονται». Εκείνη, αντίθετα, σε απόγνωση και θέλοντας να δείξει την υπεροχή του καλού, διαλέγει να πεθάνει αυτή στη θέση του για να εξαγοράσει την ψυχή του. Πηδάει από το παράθυρο στο κενό με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια, για να της συγχωρεθεί αυτή η μοναδική αμαρτία και για να δείξει προς όλους ότι δεν αναγνωρίζει άλλον αφέντη και ότι δεν έχει να δώσει λόγο για την πράξη της σε κανέναν άλλο, εκτός από τον Θεό της.
Η ρωσική υπαρξιακή ρίζα
Νικήτρια σε αυτόν τον αγώνα ανάμεσα στον άνδρα-αφέντη και στη γυναίκα-παιδί, είναι η γυναίκα ή μάλλον το παιδί μέσα στη γυναίκα. Το νόημα του έργου είναι ακριβώς αυτό. Ο θάνατος έτσι μόνο μπορεί να νικηθεί. Έγραφα ανάμεσα σε άλλα στο σημείωμα της περασμένης Κυριακής, ότι το έργο ασφαλώς δεν είναι ένα γαλλικό ρομαντικό ερωτικό δράμα όπως πολλά άλλα, ξεχασμένα πια. Διαθέτει μια θεμελιακή, μοναδική ρωσική υπαρξιακή ρίζα, ομοούσια εικόνα της διχασμένης ρώσικης ψυχής και μας θυμίζει το άλλο σκοτεινό δράμα του Ντοστογιέφσκι, τον «Άνθρωπο από το υπόγειο». Αλλά μαζί και το ανεστραμμένο είδωλό του, το εύψυχο « Όνειρο ενός γελοίου».
Το έργο αρχίζει από το «τέλος» με τον άνδρα μπροστά στο νεκρό σώμα της γυναίκας του και είναι ένας μονόλογος του άνδρα, που προσπαθεί μάταια να καταλάβει τι έφταιξε, πού έκανε λάθος, πώς και γιατί συνέβη αυτό. Τη γυναίκα σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν τη βλέπουμε, ούτε την ακούμε.
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Αλεξάνδρεια σε σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή, που, όπως η ίδια δηλώνει στο σημείωμα του προγράμματος, «μέσα από τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθεσία της επιδιώχθηκε, ως απάντηση στην προβληματική αμηχανία του “εσωτερικού δράματος”, η παρουσία επί σκηνής όλων των συντελεστών του (...) Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που ακολουθήσαμε τον δρόμο της σκηνικής πολυφωνίας, αφήνοντας με μεγάλο σεβασμό τη γοητεία του αφηγήματος σε άλλες στιγμές».
Ένα κοσμικό ευρωπαϊκό δράμα
Προσωπικά δεν παρατήρησα καμία προβληματική αμηχανία του εσωτερικού δράματος, που είναι σφαιρικό, συμπαγές και πλήρες. Ο μονόλογος είναι ένα νόμιμο θεατρικό είδος αρκεί να διαθέτει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Η «Ήμερη» τα διαθέτει σε επαρκέστατο βαθμό και δεν χρειάζεται, πιστεύω, κανενός είδους δραματουργική επεξεργασία. Ηθοποιούς μόνο απαιτεί, πρόθυμους να «σηκώσουν τις μεγάλες πέτρες και να βουλιάξουν».
Στον δρόμο που επέλεξε να ακολουθήσει η σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή, με συμ-πάθεια για το έργο αλλά δίχως την ευεργετική, υπερβατική αύρα του, παρακολουθήσαμε μια οπωσδήποτε ευπρόσωπη, επιμελημένη παράσταση ενός εξωστρεφούς κοσμικού ευρωπαϊκού δράματος, αλλά χωρίς τους έγκλειστους κορυβαντιώντες δαίμονες της διχασμένης ρωσικής ψυχής.
Μετείχαν, ο κάθε ένας παλεύοντας γενναία με τον ατομικό του δαίμονα, οι πολύ καλοί ηθοποιοί Βασίλης Βλάχος στον ρόλο του Ενεχυροδανειστή, Τερέζα Καζιτόρι (Ήμερη), Έφη Κεραμιδά (Θεία) και Αιμιλιανή Σταυριανίδου (Λουκερία) που κράτησαν το έργο.
Σκηνικά-κοστούμια προσεγμένα της Σάντρας Στεφανίδου, μουσική επιμελημένη της Άννας Μουζάκη, προσεκτικοί φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση, όλα ομόλογα και ομότροπα της παράστασης.
