Δεν ήταν «πέντε η ώρα που βραδιάζει», όπως λέει ο Λόρκα στον δικό του «Θρήνο», ήταν τέσσερις η ώρα που χαράζει όταν ακόμα ένα εκρηκτικό εργατικό έγκλημα σκόρπισε την περασμένη Δευτέρα (26/1/2026) τον θάνατο τινάζοντας στον αέρα το εργοστάσιο «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, σκοτώνοντας πέντε εργάτριες. Ακόμα πέντε που ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών στο χαράκωμα του μεροκάματου σε επτά πριν ακόμα τελειώσει ο πρώτος μήνας του 2026. Επτά νεκρά ανθρώπινα πλάσματα που έρχονται να προστεθούν στα 201 της περασμένης χρονιάς (χώρια οι 332 σοβαρά τραυματισμένοι), σύμφωνα με τα στοιχεία της ΟΣΕΤΕΕ (Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας).
Δευτέρα, τέσσερις η ώρα που χαράζει, «τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος», αυτή τη φορά στα Τρίκαλα. Και στην πληγή που χάσκει μόνιμα από μια κτηνώδη πολιτική, πέντε γυναίκες της εργατικής τάξης στην ακμή της βιολογικής και δημιουργικής τους ηλικίας έπεσαν «σε άνιση μάχη κι αγώνα», βυθίζοντας στο πένθος πρώτα τις οικογένειές τους και ύστερα τη χώρα ολόκληρη. Η Ελλάδα για ακόμα μια φορά, η Ελλάδα του μόχθου, εκείνη η Ελλάδα τουλάχιστον που ξέρει «πού πατά και πού πηγαίνει» είναι μια χώρα βυθισμένη στο πένθος. Μια χώρα μεσίστια που θρηνεί. Γιατί η καινούργια τραγωδία δεν συνέβη ούτε επειδή «φταίει το ζαβό το ριζικό μας» ούτε επειδή «φταίει ο Θεός που μας μισεί».
Η καινούργια τραγωδία ανήκει στο διαρκές έγκλημα της περιφρόνησης της ζωής των «αναλώσιμων» ανθρώπων. Εκείνων «που είναι εξαρτημένοι από τον μισθό τους». Εκείνων που επιλέγουν ελεύθερα -σύμφωνα με τις εγκληματογόνες πολιτικές αυτής της κυβέρνησης όπως τις εκφωνούν ο πρωθυπουργός, η Κεραμέως, ο απαραίτητος Άδωνης και ολόκληρη η (κυβερνώσα και μη) Ν.Δ.-, που επιλέγουν ελεύθερα επαναλαμβάνω να δουλεύουν σε δυο δουλειές, να δουλεύουν επικίνδυνα σχεδόν μέχρι να βγει η ψυχή τους, να δουλεύουν (απλήρωτες πολλές φορές) και ατέλειωτες υπερωρίες, να δουλεύουν τελικά σε συνθήκες καθεστώτος που τους περιφρονεί ολοκληρωτικά.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κάποιες από τις σκοτωμένες εργάτριες δούλευαν σε νυχτερινή βάρδια για να είναι κοντά στα παιδιά τους το πρωί. Έστω για ένα φιλί και μια αγκαλιά. Σκοτώθηκαν, δηλαδή, κυριολεκτικά από αγάπη, δουλεύοντας σε μια συνθήκη ολοκληρωτικής περιφρόνησης τόσο για την εργαζόμενη γυναίκα και τους πολλαπλούς της ρόλους σε καθεστώς πατριαρχίας, όσο και για το παιδί και την κρατική μέριμνα γύρω από αυτό.
Στη δική μου συνείδηση το έγκλημα των Τρικάλων είναι ένα εθνικό έγκλημα υπό την έννοια της καθολικότητάς του, «ως χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος». Ενός εγκλήματος που έγινε σε μια φρικώδη σειριακή κανονικότητα: με κάθε νομοσχέδιο εναντίον της εργασίας και των συνθηκών της, εναντίον της Υγείας, της Παιδείας, εναντίον της ζωής της ίδιας με την ασφυκτική φορολόγηση, την ασφυκτική ακρίβεια, την γενική ασφυξία της επιβίωσης.
Και από πάνω να έχεις τον υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Κώστα Καραγκούνη, λίγες μόλις μέρες πριν από το νέο έγκλημα (μιμούμενος την «ιερή αγανάκτηση» του Κώστα Καραμανλή πριν από το έγκλημα των Τεμπών), να πανηγυρίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 4η θέση της Ε.Ε. με τα λιγότερα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα. Όπως ακριβώς πανηγύριζε και ο Καραμανλής ο ανορθόγραφος για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
Και από κοντά ο σκιέρ, ποδηλάτης, κολυμβητής τουρίστας και στον ελεύθερο χρόνο του πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης την ίδια ημέρα μετά την τραγωδία (26/1/2026) να μεγαλαυχεί στο Υπουργικό Συμβούλιο: «Σε ταραγμένος καιρούς δεν αρκεί μόνο η ισχύς των αξιών μας. Χρειάζεται και η αξία της ισχύος μας». Μόνο άνθρωποι με κτηνωδώς ήσυχη συνείδηση μπορούν να εκφωνούν τέτοιες ματαιόσπουδες κενολογίες, που επιπλέουν στο αίμα των αθώων. Άνθρωποι «με λαστιχένια συνείδηση και ατσάλινους αγκώνες. Καρχαρίες που κολυμπούν στον ωκεανό των δακρύων» (Έριχ Μαρία Ρεμάρκ). Άνθρωποι που τη συνείδησή τους την περιγράφει επακριβώς η νομπελίστα (1996) Βιτσουάβα Σιμπόρσκα στο «Εγκώμιο κακής γνώμης για τον εαυτό σου»: «Τίποτα πιο κτηνώδες/ από την καθαρή συνείδηση/ στον τρίτο πλανήτη του ήλιου».
Είναι οι ίδιες συνειδήσεις που φτιάχνουν τους νόμους της κλοπής, μεταλλάσσοντας τη ζωή σε αρένα και τη δημοκρατία σε ιδιοκτησία. Μια δημοκρατία με τον αντίχειρα προς τα κάτω.