«Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός.
Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα
στην κίνηση»
Νίκος Καρούζος
Τελευταία Κυριακή της χρονιάς, λοιπόν. Ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, «μέσα σ’ αυτή την ησυχία, / μέσα στο θαύμα – τίποτα» που λέει και ο Γιάννης Ρίτσος σ’ ένα από εκείνα τα ποιήματα με τα οποία συνήθιζε να ξεκινάει τη νέα χρονιά. Το συγκεκριμένο (πρώτη γραφή) είναι γραμμένο την 1/1/1988 και ξεκινάει έτσι: «Ακόμη ένας χρόνος … είπε∙ / Ένας χρόνος περισσότερος στον χρόνο του / Ένας χρόνος λιγότερος απ’ τον χρόνο του».
Ποια τελευταία Κυριακή, ώστε; Ποιος λεκές στο άσπιλο ατελεύτητο; Μάλλον μια απαραίτητη άρνηση για να μπορέσεις να ονομάσεις και άρα να κατανοήσεις αυτό το άσπιλο ατελεύτητο μέσα στο οποίο υπάρχεις ως μέρος του, αφού γνωρίζουμε τα πράγματα που έχουν όνομα. Τα πράγματα, βέβαια, που εμείς οι ίδιοι έχουμε ονομάσει. Κι ο χρόνος ο εσαεί άγνωστος και γνωστός ταυτόχρονα, ο πάντοτε προσωπικός μας χρόνος, περισσότερος και λιγότερος ταυτόχρονα είναι ένα από αυτά. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε το χάος του ατελεύτητου χωρίς να το ονομάσουμε, να το βαπτίσουμε δηλαδή, μέσα στο μυστήριο του προσωπικού μας χρόνου που μετέχει και δεν μετέχει ταυτόχρονα στο ασύλληπτο μέγεθος. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να αντέξουμε τον φόβο μας παρά τελετουργώντας τον, ονομάζοντάς τον, επιμερίζοντας, με άλλα λόγια, τη ροή του μέχρι τον προσωπικό μας θάνατο που κι αυτός είναι ατελεύτητος αφού συνεχίζεται στο επέκεινα. Δεν πεθαίνουμε άπαξ. Πεθαίνουμε για πάντα. Πεθαίνουμε διαρκώς και τέλος δεν υπάρχει. «Death is not the end» θα τραγουδήσει ο Bob Dylan και δεν είναι μεταφυσική ιδεοληψία, είναι φυσική κατάσταση. Όπως φυσική κατάσταση είναι η αγωνία μπροστά στο αναπόφευκτο άγνωστο και απαρηγόρητο προσωπικό τέλος, όπως φυσική κατάσταση είναι η τελετουργία της καταμέτρησης. Η μελοποίησηση του άγνωστου, η ονοματοθεσία μιας διαρκούς αναγέννησης. Η χαρά ότι ξεπερνάς σαν αθάνατος τον προσωπικό θάνατο, συμμετέχοντας ως πρόσωπο στο ακατονόμαστο σύμπαν.
Είναι, έτσι, η πιο σημαντική γιορτή της χρονιάς (του ήδη μετρημένου χρόνου). Το τέλος και η αρχή μιας καινούργιας, την ίδια στιγμή που ο χρόνος αδιαφορεί και δεν ενδιαφέρεται για την κίνηση και τη ροή, όπως ακριβώς είναι αμέτοχα «τα περίπτερα στην κίνηση» σύμφωνα με την εξαίσια παρομοίωση (ή μήπως προσομοίωση;) του Νίκου Καρούζου. Είναι ίσως η μοναδική στιγμή, η μοναδική ευκαιρία να συνειδητοποιήσεις ότι βρίσκεσαι ως ον στο μάτι του κυκλώνα: σε μια κατάσταση οντολογικής ηρεμίας ενώ τριγύρω ο χρόνος μαίνεται και λυσσομανά καταπίνοντας και το φως και το σκοτάδι. Θέλω να πω, ότι η αναγκαία συνθήκη της μέτρησης προσφέρει την πληρότητα που αρχίζει και τελειώνει στη συνείδηση του εαυτού μας χρόνου, έτσι όπως γλαφυρά περιγράφει τον εαυτό και τον χρόνο ο ιερός Αυγουστίνος: «Όταν δεν με ρωτούν, ξέρω τι είναι χρόνος. Όταν με ρωτούν, δεν ξέρω».
Γιορτάζουμε λοιπόν το αναπάντητο. Και γιορτάζουμε τη χαρμολύπη αυτού του αναπάντητου που γεωργήθηκε από τόσους και τόσους ποιητές με την άχνα της ύπαρξης τόσων και τόσων ανθρώπων που έζησαν και πεθαίνουν για πάντα κι όλων εκείνων που έρχονται και θα έρχονται μέχρι το τέλος του κόσμου, αλλά όχι του χρόνου. «Είναι λύπη;/ Είναι χαρά;» αναρωτιέται με απέραντη τρυφερότητα ο Γιώργος Σαραντάρης, για να ψιθυρίσει αμέσως μετά, μιλώντας πάντα για τον «λίγο χρόνο των πουλιών», τον χρόνο των αθώων: «Το φως έρχεται/ Εκλέγει τα πουλιά/ Το φως δεν καταστρέφει/ Ανάμεσά μας πάντοτε ένας/ Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ’ ουρανού/ Και που πετάει με τα πουλιά/ Μέσα στον αιθέρα».
Αυτός ο ένας, είναι ο καθένας. Χωρίς εξαίρεση, χωρίς αστερίσκους, χωρίς διαχωρισμούς. Αυτόν τον ένα και μοναδικό χρόνο μας, τον ένα και μοναδικό άναρχο και ατελεύτητο άνθρωπο γιορτάζουμε. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από το να θυμηθούμε ότι γι’ αυτόν -για όλους αξίζουν τα χρόνια που πέρασαν, τα χρόνια που θα έρθουν, ο χρόνος που είναι εδώ και μόλις τώρα είναι περασμένος και μόλις τώρα γεννάει το μέλλον. Διαρκώς.
«Έτσι περάσανε τα χρόνια – λύκοι, λέξεις και φεγγάρια» θα πει και πάλι ο Γιάννης Ρίτσος. Ας γιορτάσουμε. Ας αφήσουμε τον άνθρωπο να ζήσει. Να μιλήσει.