«Στου αγέρα το πλευρό ακουμπισμένο άλμπουρο. Άκου»
Ας πούμε ότι δεν ζούμε στον τελευταίο μήνα του 2025 σε μια χώρα και μια Δημοκρατία που παραπαίει και σαπίζει. Ας πούμε ότι δεν ζούμε μέσα σε βαριά αποφορά υπονόμων που δηλητηριάζει τη ζωή μας. Ας πούμε ότι ζούμε σε κάποιο μακρινό παρελθόν όπου, ως γνωστόν και σύμφωνα με την αντιδραστική αντίληψη ροής του χρόνου, τα πάντα ήταν ωραία (αχ τα περασμένα χρόνια!), στην ύπαιθρο υπήρχαν μονάχα λιβάδια χωρίς φωτοβολταϊκά, στα βουνά μονάχα έλατα χωρίς ανεμογεννήτριες και οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν στα χωριά και όχι στις πόλεις. Ζούσαν ήσυχοι σαν τα πρόβατα του βοσκούσαν και γεννούσαν αργά και βασανιστικά χωρίς ένα εμβρυουλκό που το έλεγαν, για άγνωστους λόγους, ΟΠΕΚΕΠΕ. Ας πούμε πως αυτοί οι αγρότες, οι πιο-πιο πολλοί αποδέχονταν την εξουσία του χωριού, τη διοίκηση δηλαδή.
Ας πούμε πως αυτό το μαγικό μέρος δεν είναι δίπλα μας αλλά σε μια μακρινή χώρα που θα την πούνε κάποια στιγμή Ισπανία. Αλλά τώρα εμείς ζούμε στο μακρινό χωριό που στα ελληνικά, επειδή έχει πολλά πρόβατα, αλλά και επειδή η διοίκηση που λέγαμε θεωρεί τους ανθρώπους (πολύ πριν ονομαστούν γεωργοκτηνοτρόφοι) πρόβατα, στα ελληνικά λοιπόν το χωριό που ζούμε το λένε Προβατοπηγή και στη γλώσσα, που αργότερα θα την πούνε ισπανική, το λένε Φουέντε Οβεχούνα, Πηγή των Προβάτων. Και ας πούμε ότι ζούμε (η χρονολογία είναι πραγματική) στο 1476 μ.Χ. και το χωριό έχει 985 κατοίκους. Ειρηνικούς και άδολους, που δεν ξέρουν από «φραπέδες» και που ακόμα τα αυτοκίνητα όπως η Φεράρι δεν έχουν ανακαλυφθεί.
Κι ενώ όλα κυλούν ομαλά, ηθικά και νόμιμα, και προπαντός απολύτως ημερολογιακά χωρίς αταξίες και ανατροπές, ο διοικητής και γενικώς η διοίκηση αποδεικνύονται αχόρταγοι άρπαγες. Αρχίζουν και συνεχίζουν ασταμάτητα να κλέβουν το βιος των κατοίκων. Να ποδοπατούν και να βιάζουν κάθε έννοια τιμής, υπόληψης και περηφάνιας των κατοίκων. Να παρουσιάζουν το ψέμα ως αλήθεια, να κάνουν την αλήθεια παράνομη. Να προβάλλουν τη σκλαβιά και την υποταγή, τη σφαγή των προβάτων δηλαδή, ως έκφραση ελεύθερης επιλογής τους, να σκοτώνουν και να κρύβουν τους νεκρούς στον πάτο της θάλασσας ή στις φωνές του ντελάλη και με μια κουβέντα να τυραννούν και να κάνουν τον βίο αβίωτο στους κατοίκους.
Τέτοια συμπεριφορά όμως δεν είναι δυνατόν να κρατήσει για πάντα, ακόμα κι αν ζει κάποιος στο 1476, ακόμα κι αν το χωριό το λένε Προβατοπηγή, Φουέντε Οβεχούνα.
Οι κάτοικοι, όπως είναι επόμενο, εξεγείρονται, κάθε πρόβατο γίνεται ικανό να αρχηγέψει ένα κοπάδι λιοντάρια και σπάζουν την τυραννική εξουσία. Τότε η ακόμα πιο υψηλή εξουσία του βασιλιά Φερδινάνδου, που θεωρεί τους κατοίκους εγκληματική συμμορία, στέλνει έναν δικαστή να ερευνήσει τα γεγονότα. Όσο όμως ο δικαστής ρωτάει υπονομευτικά, τόσο οι κάτοικοι γίνονται πιο σταθεροί και αποφασισμένοι στις απαντήσεις τους. Το τέλος (αν υπάρχει τέλος) γράφεται μπροστά στην υπέρτατη εξουσία όπου εμφανίζονται οι κάτοικοι και φυσικά δεν τιμωρούνται.
Αυτό το γεγονός δεν πέρασε έτσι. Κύλησαν κοντά 140 χρόνια ώσπου ένας πολύ μεγάλος Ισπανός συγγραφέας, ο Λόπε δε Βέγα, το έκανε θεατρικό έργο και το παρέδωσε στην αιωνιότητα από το 1614. Το παίρνει λοιπόν αυτό το έργο η κυρά μας η Αιωνιότητα, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει -όπως λένε τα παραμύθια, ιδίως τα αληθινά- ή, στην περίπτωσή μας, κύμα παίρνει, κύμα αφήνει σ’ ένα ταξίδι που κράτησε 362 χρόνια, ώσπου έδεσε τους κάβους του στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης όλο τον χειμώνα του 1976-1977. Το φιλοξένησαν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας με τη φροντίδα και τους στίχους των τραγουδιών του ενός μεγάλου σκηνοθέτη, του Γιώργου Μιχαηλίδη, κι ένας μεγάλος συνθέτης, ο Θάνος Μικρούτσικος, έβαλε μουσική στην ανάσα των ανθρώπων 500 ολόκληρα χρόνια από τότε που η γονατισμένη φτωχολογιά έγινε «μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο, η οργή του λαού». Το είδαν πολλοί το έργο και δάκρυσαν. Όπως κι εγώ.
Κι από τότε πέρασε άλλος σχεδόν μισός αιώνας. Και η πηγή των προβάτων έγινε ξανά ποτάμι φουσκωμένο. Με το ερώτημα ίδιο σε όλα τα ημερολόγια: «Ποιος τη σταματάει;».