Ο Γεώργιος Βιζυηνός (μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη) ανήκει στους λιγοστούς νεοέλληνες διηγηματογράφους που δεν υπέκυψαν στη μόδα της ευρωπαϊκής γραφής, γαλλικής ή γερμανικής. Ασφαλώς δεν είναι ο «Μοπασάν της Ελλάδας», όπως άστοχα τον χαρακτήρισαν στον καιρό του κάποιοι Αθηναίοι συνάδελφοί του. Ο Μοπασάν είναι μεγάλος λόγω του επικού νατουραλισμού με τον οποίο ντύνει τους χαρακτήρες του. Αλλά ο Βιζυηνός είναι ακόμη μεγαλύτερος, επειδή στα έργα του αναμειγνύει ισότιμα τον ποιητικό ρεαλισμό του ονείρου με την ονειρική φύση του πραγματικού, πετυχαίνοντας να υπερβεί τους φραγμούς που υψώνουν στους οδοιπόρους της γραφής και τα δύο κλειστά «συστήματα».
Ούτε στα φιλοσοφικά του κείμενα παρασύρεται ο Βιζυηνός από τον «βαρύ» γερμανικό στοχασμό ενός Νίτσε, που δέσποζε τότε στον ορίζοντα του ευρωπαϊκού πνεύματος, όταν ο Νίτσε μάς διαβεβαιώνει ότι «Το Όλον θρηνεί επειδή κάποιες ατομικές συνειδήσεις αποσπάστηκαν κάποτε από αυτό και προσπαθεί με όλες τις δυνάμεις του να τις επανεντάξει στο σύστημα». Η συσσωρευμένη μας πείρα δύο αιματηρών αιώνων μάς πείθει ότι, ακόμη και αν μία μόνο ατομική συνείδηση αποσπαστεί από το Όλον, τότε αυτό παύει να είναι Όλον, μεταβάλλεται σε μια τερατική, τραυματική αποσπασματική οντότητα που απειλεί να κατασπαράξει την ατομική συνείδηση προτού αυτή γεννήσει και άλλες. Το ζήσαμε, το ζούμε ακόμη, με τους ποικίλους αναγεννώμενους ολοκληρωτισμούς. Ο Βιζυηνός αυτό το γνωρίζει από την πρώτη στιγμή και το αντιπαλεύει με όπλο του την καθαρή συνείδηση.
Ο Βιζυηνός μάς έχει, ακόμη, αφήσει μια εκπληκτική ανάλυση των έργων του Ίψεν, τον οποίο είναι πολύ πιθανό να είχε γνωρίσει προσωπικά στη Γερμανία, όπου επίσης μας μιλάει για το γλωσσικό πρόβλημα της νορβηγικής κοινωνίας σε συνάφεια με το ζήτημα της διχασμένης νορβηγικής ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, μας μιλάει για το ελληνικό γλωσσικό πρόβλημα, σε συνάφεια πάντα με το πρόβλημα της διχασμένης ελληνικής ταυτότητας.
Γράφει, ανάμεσα στα άλλα, ο Βιζυηνός: «Ενώ οι μέχρι φανατισμού αποκλειστικοί πατριώται, απαιτούντες παρά της νέας εθνικής γλώσσης να διατρέφηται μόνον εκ των δύο ή τριών εγχωρίων διαλέκτων, κατεδίκαζον αυτήν εις τον εξ ασιτίας θάνατον, οι Διόσκουροι της Νορβηγίας ποιηταί, ο Βγιόρνσον και ο Ίψεν, σύμφωνοι επ’ αυτού, εφήρμοσαν τας μάλιστα λογικάς αρχάς εν τη διαπλάσει και χρήσει της νέας γλώσσης. Ως θεμελιώδη αυτής βάσιν ετήρησαν την αρχαίαν δανικήν γλώσσαν αλλά εις το εκ ταύτης υλικόν επιβάλλουσιν τας νεωτέρας γλωσσικάς μορφάς ανακαινίζοντες αυτήν ούτως ώστε να αποβή προσφυεστέρα εις το πνεύμα των νεωτέρων χρόνων...». Να σημειώσω ακόμη ότι, σύμφωνα με σοβαρές ενδείξεις, ο εγκλεισμός στο ψυχιατρείο του Βιζυηνού, που αντιμετώπιζε όλη την εχθρότητα του πνευματικού παρακράτους, δεν ήταν τόσο αθώος όπως μοιάζει.
Συνείδηση του Βιζυηνού είναι η γλώσσα του και γλώσσα του η συνείδηση. Μορφή και περιεχόμενο στο έργο του αποτελούν ένα αδιάσπαστο Όλον. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε το ένα από άλλο. Η γλώσσα του δεν μπορεί να υποδυθεί το «άλλο» της και η συνείδησή του δεν μπορεί να ενδυθεί το δικό της «άλλο». Δεν είναι ένα έργο «καθρέφτης» του εαυτού του, είναι ο εαυτός του! Αυτό ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης το γνωρίζει πολύ καλά και το εφαρμόζει ακόμη καλύτερα στην παράσταση στο Θέατρο Studio. Γνωρίζει, επίσης, ότι τραγική στην τραγωδία δεν είναι η «σπουδαία πράξη», όπως την ερμήνευσαν και την εφαρμόζουν ακόμη οι Δυτικοί, με αποτέλεσμα να βλέπουμε τερατουργήματα! Τραγική και όχι καθημερινή είναι η μίμηση της σπουδαίας πράξης! Η διαφορά είναι τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια μίμηση από «δεύτερο χέρι», της μαϊμούς, ενώ στη δεύτερη έχουμε μια μίμηση πρωτογενή και εν διανοία του ανθρώπου. Αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος που ο Δήμος Αβδελιώδης ακολούθησε ως το τέλος. Με αφαιρετική, εσωτερική υποκριτική, με λιτή κίνηση, με εξάρχοντα τον ανθηρό λόγο, με λέξεις έκπαγλες σαν λειασμένα βότσαλα στην όχθη ενός Αχέροντα ποταμού να φωτίζουν το τραγικό βάθος.
Η παράσταση «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» λάμπει ολόφωτη, με την απέριττη, διαμπερή, συγκλονιστική ερμηνεία του Γιώργου Νικόπουλου, με την εξαίσια διαχρονική μουσική του Βαγγέλη Γιαννάκη, με τη λυπημένη και χαρούμενη όψη που επιμελήθηκε ο διασκευαστής και σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης.
Μια παράσταση-σταθμός για το νεοελληνικό θέατρο.