Live τώρα    
Εκδόσεις / Η λογοτεχνία είναι μια ασπίδα σε δύσκολους καιρούς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Η λογοτεχνία είναι μια ασπίδα σε δύσκολους καιρούς

135499724-graikos.jpg

Η συγγραφή του δεύτερου βιβλίου είναι δύσκολο εγχείρημα για έναν συγγραφέα. Θα φανεί αν έχει μπει για καλά στον κόσμο της γραφής. Δεν υπάρχει πια η επιείκεια της πρώτης προσπάθειας.

Πέντε χρόνια πέρασαν από την έκδοση του πρώτου βιβλίου μέχρι σήμερα. Χρόνια γεμάτα απογοητεύσεις σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Όπως έχω γράψει, όντας Ελληνογάλλος, έχω δύο πατρίδες και συχνά διπλή χαρά, αλλά ακόμη πιο συχνά διπλή λύπη.

Ο «Αναστοχασμός» είναι μια νουβέλα, επειδή τα ολιγοσέλιδα κεφάλαια, οι σύντομες παράγραφοι και οι μικρές φράσεις δίνουν τον ρυθμό που απαιτεί η διήγηση αυτής της ιστορίας. Ένας καθηγητής γλωσσών νιώθει πως δεν αντέχει άλλο. Πολλά τα προσωπικά και επαγγελματικά αδιέξοδα. Η αναπάντεχη γνωριμία με μια συνάδελφο δίνει έναυσμα για σημαντικές αλλαγές στη ζωή του, για μια καινούργια αρχή.

Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι εμφανή, αλλά, όπως δεν υπάρχει ούτε ένα όνομα ούτε ένα τοπωνύμιο, βρισκόμαστε και πάλι στην αναζήτηση της «αχρονικής ουτοπίας», που ήταν τίτλος κεφαλαίου και στα «Ερωτήματα», το πρώτο μου βιβλίο. Είναι εμφανείς επίσης οι επιρροές από τα βιβλία Γάλλων συγγραφέων, όπου το εγώ χρησιμοποιείται για να ακουστεί καλύτερα το εμείς.

Γράφω για θέματα που γνωρίζω, για όσα έχω ζήσει. Δεν μπορώ να ταξιδέψω σε κόσμους άγνωστους, να πλάσω πρόσωπα που δεν έχω συναντήσει. Κι όταν ο ήρωας του βιβλίου αναρωτιέται αν πέφτει θύμα στερεοτύπων, είναι σαφές ότι ακούγεται η δική μου φωνή. Η «ηλικιωμένη φίλη» είναι ένα άλλο προσωπείο του «κοσμοκαλόγερου της Βαστίλης», είναι μια προβολή του εαυτού μου στο μέλλον. Η θάλασσα, η κάπως άγρια θάλασσα του Βορρά, είναι απειλητική αλλά και σαγηνευτική συγχρόνως. Είναι το σημείο αναφοράς μιας ζωής ολόκληρης και του ήρωα του βιβλίου αλλά και του συγγραφέα.

Ισως φαίνεται παράξενο που γράφω στα ελληνικά ενώ ζω στη Γαλλία. Στο κείμενό μου «Σε δύο γλώσσες», που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο με ιστορίες Ελλήνων που ζουν ή έζησαν στη Γαλλία -κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εύμαρος-, εξηγώ τον τρόπο που λειτουργεί η ελληνική γλώσσα για μένα, την προσπάθεια μη αποκοπής από κάτι πολύ προσωπικό. Αναγνώστες όμως του βιβλίου παρατήρησαν ότι μια γαλλική μουσική υπόκρουση συνοδεύει διακριτικά τον «Αναστοχασμό».

Η εκδοτική περιπέτεια είναι μια επανασύνδεση με την Ελλάδα και η πιθανή μετάφραση και έκδοση του βιβλίου η επιβεβαίωση της ένταξής μου στη γαλλική πολιτιστική πραγματικότητα. Η επιλογή της φωτογραφίας της Λίλης Μπουκουβάλα για το εξώφυλλο συμβάλλει στη δημιουργία συγκεκριμένης ατμόσφαιρας. Ήθελα κάπου να υπάρχουν και τα σκίτσα μου, η πένα με την οποία έγινε η πρώτη γραφή του βιβλίου πριν περάσει στον υπολογιστή.

Στη νουβέλα υπάρχουν στοιχεία δοκιμιακού λόγου που μπλέκονται με τη μυθοπλασία, κι αυτό επειδή τα πρόσωπα όπως και η εξέλιξη της ιστορίας το απαιτούν. Ελπίζω πως το πέρασμα από το κάπως σκοτεινό πρώτο στο πιο φωτεινό δεύτερο μέρος γίνεται με μη μανιχαϊστικό τρόπο. Είναι περισσότερο μια αντίδραση στα πολυάριθμα «δυστοπικά» κείμενα των ημερών μας.

Η λογοτεχνία είναι ένα εργαλείο, μια ασπίδα που μας προστατεύει στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Είναι απόφαση μη παράδοσης των όπλων. Είναι συχνά το περίφημο «περίσσευμα τρυφερότητας» που έχουμε μέσα μας και μοιραζόμαστε με τους άλλους.

 

* Ο Νίκος Γραικός είναι καθηγητής ελληνικών και γαλλικών στο Παρίσι

 

 

 

[…] Διέσχισε γρήγορα το χολ του παλαιού διατηρητέου κτιρίου, χτύπησε τον κωδικό της πόρτας και βγήκε στο πεζοδρόμιο. Η ψιλή διαπεραστική βροχή τού ράπιζε το πρόσωπο. Περίεργη αίσθηση. Σαν να τον χαστούκιζε η ίδια η ζωή. Δεν ήθελε να ανοίξει την ομπρέλα που είχε χωμένη στην τσάντα. Πήρε την παλιά κλασική τραγιάσκα που είχε στην εξωτερική θήκη και τη φόρεσε. «Πολύ ωραίο στιλ», του είχε πει μια φορά μια φίλη του. Χαμογέλασε. Παππουδίστικο στιλ, εκτός μόδας. Ήθελε ακόμη κι η εμφάνισή του να δείχνει πόσο είχε αγαπήσει αυτήν την πόλη και πόσο τον ενοχλούσαν όλα αυτά τα μοδάτα μαγαζιά, οι αλλαγές που την έκαναν να μοιάζει με οποιανδήποτε άλλη μεγαλούπολη. […]

[…] Ενώ ήταν χαρούμενος που τα κατάφερε και θα επέστρεφε τον μικρό του φίλο στο σπίτι του, ένιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Στενοχωριόταν που θα τον αποχωριζόταν. Είχε νιώσει κι άλλες φορές αυτό το συναίσθημα. Έλεγε πάντα ότι είχε μάθει να ζει με την απουσία και την απόσταση. Μάλλον το έλεγε για να μην πονά. Όταν βρισκόταν σε καταστάσεις δύσκολα αναστρέψιμες προσπαθούσε να προσαρμόζεται.

Σε λίγη ώρα βρέθηκε μπροστά στο σπίτι. Κοντοστάθηκε και το παρατηρούσε. Ήταν ένα όμορφο και σχετικά απλό, παραδοσιακό σπίτι της περιοχής. Είχε όμως κάποια στοιχεία που του έδιναν έναν αρχοντικό τόνο: όμορφες κουρτίνες στα παράθυρα, ζαρντινιέρες στο μπαλκονάκι του πρώτου ορόφου. Ένα μικρό κεραμικό στολίδι δίπλα στο κουδούνι τού θύμισε τα σπίτια σε χωριά της πρώτης του πατρίδας. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε δυο λεπτά.

Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη κυρία, όμορφα και κλασικά ντυμένη. […]

 

* Αποσπάσματα από το βιβλίο του Νίκου Γραικού «Αναστοχασμός», εκδόσεις Συρτάρι

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0