Δεν έχουν όλες οι αγάπες τις ίδιες ευθύνες, ούτε βέβαια οι εποχές, οι ευθύνες τους και ο τρόπος της αγάπης είναι διαφορετικός. Γι’ αυτό, χωρίς διάθεση νοσταλγίας, πρέπει να πω ότι δεν έχει περάσει πολύς καιρός που η αγάπη για τα παιδιά των δικών μας γονιών, για μας δηλαδή, ήταν βαριά κι ασήκωτη. Έπεφταν και στη φωτιά, σχεδόν κυριολεκτικά, για να μας μεγαλώσουν. Χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς έπαρση, μονάχα με μια ανυποχώρητη υπερηφάνεια. Θα έλεγα με μετρημένα λόγια και μετρημένα βήματα. Και για να μην παρεξηγηθώ και θεωρηθούν οι πράξεις λιγοστές, θέλω να πω ότι, λέγοντας «μετρημένα», εννοώ με το μέτρο του τραγουδιού και του χορού, το πανάρχαιο «μέτρον άριστον». Από όπου τίποτα δεν περισσεύει, γιατί όταν περισσεύει, ο χορός της ζωής γίνεται χοροπηδητό και το τραγούδι φλυαρία. Δεν ήταν τέτοιοι οι άνθρωποι που γνώρισα, αυτοί που μας μεγάλωσαν με όλη τη δόξα που τους άξιζε και που, όχι λίγες φορές, έγερνε προς το αβάσταχτο. Κι εκείνοι κράτησαν ανάμεσα στα δόντια την ευθύνη και την αγωνία τους.
Ξέρω ανθρώπους που έτσι περπάτησαν γιατί αυτό ήταν το φυσικό τους. Δεν γινόταν διαφορετικά. Το να είσαι περήφανος και σοβαρός και ακατάδεκτος ήταν μια φυσική κατάσταση. Και η σιωπή συστατικό στοιχείο της υπερηφάνειας. Μια σιωπή σφιχτή όταν τα πράγματα δυσκόλευαν στις ήττες και στις απότομες ανηφόρες, μια σιωπή θωπείας στις νίκες για να μην πάρουν τα μυαλά αέρα, ότι ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος κι ακόμα πολλά μας περιμένουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που σκέπτομαι ότι μακάρι να μπορούσαμε να γίνουμε τόσο σιωπηλοί όσο οι μανάδες μας και οι πατεράδες μας. Τόσο καίριας χειρονομίας, είτε σιάχνοντας ένα δάκρυ είτε ανάβοντας ένα τσιγάρο ή κερνώντας το, είτε δείχνοντας μακριά ένα σημάδι στο πέλαγος για να σταυρώσει η ρότα και να μην λοξοδρομήσεις. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους που το στόμα τους έγινε πέτρα και το σάλιο τους σκόνη από την αγωνία, αλλά που ποτέ δεν ξεροστάλιασαν στη σκυμμένη στάση του δουλικού. Δεν αγαπούσαν λιγότερο τα παιδιά τους, δεν πάσχισαν λιγότερο γι’ αυτά. Κι όταν χρειάστηκε, βγήκαν μαζί τους και στο μεροκάματο. Η προσπάθεια κοινή, ο αγώνας κοινός και η βοήθεια όλων απαραίτητη. Και ήταν αυτό μέγα μάθημα αγάπης.
Φυσικά δεν περιγράφω καμιά ιδανική κατάσταση. Δεν είναι λαϊκός παράδεισος η επιβίωση. Υπήρξανε και νίκες, υπήρξανε και ήττες. Και γονείς που κουράστηκαν και παιδιά που κουράστηκαν και εγκατέλειψαν, και άλλοι που κράτησαν το ίδιο μέτρο και το μέτρημα της πορείας βήμα με βήμα μετρημένο, επαναλαμβάνω, με τον ρυθμό του τραγουδιού και του χορού τον χτύπο και της καρδιάς τον παλμό. Έτσι γίνεται πάντοτε. Πάντοτε θα υπάρχουν εκείνοι που θα φοράνε τα ρούχα τους για να πάνε στη δουλειά και πολλές φορές μπορεί και να τους δεις να στέκονται στην άκρη του πεζοδρομίου περιμένοντας το λεωφορείο σαν να στέκονται στην άκρη του γκρεμού. Και υπάρχουν και οι άλλοι, εκείνοι που όσα ρούχα εξουσίας (οποιασδήποτε εξουσίας, της κομματικής μη εξαιρουμένης) κι αν φορέσουν θα γίνονται ράκη επάνω τους έτοιμα να τους πνίξουν. Θα πει γι’ αυτούς ο εξαίσιος Αργύρης Χιόνης: «Ω, ναι ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς./ Υπάρχουνε πολλοί που ναυάγησαν μέσα στο κοστούμι τους, μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους [...]».
Ανθρωποι που δεν μπορούν να ζήσουν τη δόξα των παιδιών τους. Που δεν τα πιάνουν από το χέρι, αλλά τα μπουκώνουν με σάπιες λέξεις. Άνθρωποι παχύσαρκης ψυχής, ασθμαίνοντες και πνευστιώντες μην τυχόν και πιαστούν στα πράσα, αν και ποτέ δεν πληρώνουν το τίμημα. Όχι πως κάποτε θα πάψουν να υπάρχουν. Έτσι κι αλλιώς οι σιωπηλοί και οι περήφανοι ποτέ δεν υπήρξαν κατακλυσμιαία πλειοψηφία. Πάντα η εξουσία θα ανήκει στους πρόθυμους να ποδοπατήσουν και να πνιγούν μέσα στο κοστούμι τους. Αλλά όπως λέει ο Αργύρης Χιόνης, «ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει».