Πέντε ιστορίες του Σωτήρη Δημητρίου, από δύο συλλογές διηγημάτων του, συγκροτούν το ενιαίο σώμα της παράστασης με τίτλο «Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;», που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Φούρνος, σε σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη και ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τα διηγήματα «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη» («Παιδί μου, Χριστάκη» στα αλβανικά), «Βαλέρια», «Η φλέβα του λαιμού», «Γλύκα στο στόμα» και «Κάι κάι, θεούλη μου». Ένα ελληνικό «πανόραμα της φιλαργυρίας, της λαγνείας και του θανάτου» θα το ονόμαζα, δανειζόμενος τον τίτλο μιας συλλογής από πέντε σύντομα έργα του Ισπανού Ραμόν ντελ Βάγιε Ινκλάν, σε ένα πρώιμο «θέατρο σκληρότητας» αλλά και ανθρωπιάς μαζί, της δεκαετίας του 1920.
Πλάσματα που βασανίζονται
Συνεκτικό στοιχείο των πέντε ιστοριών του Σ. Δημητρίου είναι η κοινή αγωνία όλων των πλασμάτων, ανθρώπων και ζώων, που βασανίζονται, πιασμένα στο δόκανο ενός ανελέητου θεού ή μιας κακόβουλης μοίρας, παλεύοντας απελπισμένα να ξεφύγουν, εξεγερμένα ή ικετεύοντας μάταια τον οίκτο, ή, σπανιότερα, κερδίζοντας με κόπο μια στιγμή γαλήνης ή ακόμη-ακόμη μια ελευθερία μέσα από τη συντριβή (σ.σ.: από το σημείωμα του σκηνοθέτη).
Από τις πέντε αυτές ιστορίες πυρηνική είναι η παπαδιαμαντική πρώτη, με την περίπτωση της όμορφης, περήφανης ξένης νύφης, που από ανάγκη μπαίνει στον κλοιό μιας ελληνικής οικογένειας, με το αρσενικό στοιχείο άρρωστο, άβουλο, αδρανές και ανίκανο να τη στηρίξει κάτω από τη συντριπτική υπεροχή των ζηλωτικών θηλυκών μελών (πεθερά και συννυφάδες), και που έχει επιπλέον την ατυχία να γεννήσει, κάτω από τις συνθήκες αυτές, ένα ανάπηρο πνευματικά παιδί. Για να ξαναβρεί τη χαμένη γλώσσα της και να οδηγηθεί στο τέλος, μέσα από το πένθος, στη γαλήνη και στην ελευθερία.
Τα πέντε αυτά αφηγήματα εμπεριέχουν, επίσης, το στοιχείο του αυτοδράματος έτσι ώστε να μπορούν να περάσουν αυτούσια στη σκηνή, χωρίς ανάγκη δραματουργικής προσαρμογής. Απαραιτήτως, όμως, κάτω από την επιμέλεια ενός σκηνοθέτη που «ακούει» τη φωνή τους και αφήνεται να οδηγηθεί από αυτήν. Και πάντα με τη στήριξη ενός ή, προτιμότερα, μιας ηθοποιού με οξυμένα ανακλαστικά και ευαίσθητες κεραίες, η οποία μπορεί να ενώσει σε ένα στέρεο ατέρμον κύκλιο νήμα τις ιδιότητες του ενεργητικού αφηγητή και της πάσχουσας αυτο-αφηγούμενης ιστορίας. Για να κυλήσει το όλο πράγμα σαν ένα μοντέρνο παραμύθι, απαλύνοντας με τον έλεο την τραχύτητα του υλικού του. Της τελευταίας ιδίως ιστορίας, με τον βασανισμό των ζώων που, δυστυχώς, είναι πάρα πολύ αληθινή και πραγματική. Συμβαίνει όλο συχνότερα στην «πολιτισμένη» χώρα μας, σε χωριά και πόλεις.
Να «ακούς» τη φωνή των ιστοριών
Οι άνω προϋποθέσεις τηρούνται με το παραπάνω στην παράσταση που είδαμε στο Θέατρο Φούρνος, σε σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη και ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου. Η σκηνοθεσία του Δ. Κωνσταντινίδη (με επιμέλεια κίνησης της Ίριδας Νικολάου) «ακούει» καθαρά τη φωνή των ιστοριών του Σ. Δημητρίου και αφήνεται σοφά να οδηγηθεί από αυτήν στο φυσικό τους τέλος, χωρίς να τις φορτώνει με ως εκ του περισσού σκηνοθετικά ευρήματα. Η συγκλονιστική και «από καρδιάς» ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου είναι επίσης «γυμνή», με λόγο/κίνηση λειασμένο σαν βότσαλο σε ερημική παραλία, ποιητική, χωρίς ψευδώνυμους «ρεαλισμούς», για να φθάσει ως το μεδούλι των πέντε ιστοριών, συνδυάζοντας ιδανικά τις ιδιότητες του αφηγητή και του δρώντος-πάσχοντος υποκειμένου.
Τα σκηνικά-κοστούμια με το προσόν της ομιλούσας απλότητας είναι της Μαρίας Καραθάνου. Ο ατμοσφαιρικός σχεδιασμός φωτισμών είναι της Στέβης Κουτσοθανάση, το ωραίο τραγούδι και η μουσική διδασκαλία της Ελιόνας-Ελένης Σινιάρη.