Τίποτα και κανείς δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα μπορεί και σκαρώνει η ζωή. Μοιάζει με αχαλίνωτη φαντασία, με παραμύθι του πιο ευφάνταστου νου, κι όμως το μεγαλύτερο μέρος του καινούργιου μου βιβλίου βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα. Είναι η πολύχρονη επιθυμία του ενός εκ των δύο πρωταγωνιστών του, η αφορμή για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον οι διαμετρικά αντίθετοι δύο κόσμοι και να προκύψουν οι συνταρακτικές αλήθειες. Αλήθειες που ανέτρεψαν συθέμελα τα μέχρι τότε δεδομένα της ζωής τους και απομυθοποίησαν πρόσωπα και γεγονότα φέρνοντας στο προσκήνιο και στο φως ανθρώπινες πράξεις και μυστικά καλά σφραγισμένα στο σεντούκι της λήθης.
Ο ένας, επιφανής και αναγνωρισμένος δημοσιογράφος-ερευνητής, εκπληρώνει έπειτα από αρκετά χρόνια τη μεγάλη του επιθυμία να συναντήσει και να πάρει συνέντευξη από κάποιον βαρυποινίτη κρατούμενο στις φυλακές αναζητώντας όχι μόνο τις αιτίες για τις επιλογές και την κατάληξή του αλλά και ποια γεγονότα και βιώματα στάθηκαν καταλύτες του δρόμου που διάλεξε. Για μια συνέντευξη πήγε και τελικά έγιναν πολύ περισσότερες, αφού ο κρατούμενος και ο δημοσιογράφος από την αρχή ένιωσαν πως οι ζωές τους δεν διέφεραν και ιδιαίτερα, ιδίως οι παιδικές τους μνήμες, οι νεανικές επιθυμίες και τα όνειρα, που συμβάδιζαν αρκετά.
Τότε ήταν που διαπίστωσαν ότι κάτι παράξενο, κάτι που ήταν αδύνατο να συλλάβουν ακόμη συνέβαινε και οι παιδικές τους μνήμες βάδιζαν παράλληλα, σχεδόν όμοιες, δίχως ακόμη να φανερώνουν τι ακριβώς τις συνέδεε. Ήταν και η κοινή καταγωγή τους από μια δύσκολη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, συγκεκριμένα εκείνης των Πρεσπών. Περιοχή σημαδεμένη ιδιαίτερα από τη νεότερη Ιστορία του τόπου μας. Περιοχή την οποία το περιβόητο μακεδονικό ζήτημα ταλάνιζε και ταλανίζει μέχρι τις μέρες μας όπως και τη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω για την ιδιαιτερότητά της υπήρξε ότι αυτή αποτέλεσε και το κύριο θέατρο της εμφύλιας σύρραξης μα και της ενεργού συμμετοχής μεγάλης μερίδας κατοίκων της σ’ αυτή. Πάνω από τις ζωές όσων από αυτούς απέμειναν μετά τη λήξη του Εμφυλίου κρέμονταν τρεις και πλέον δεκαετίες η κρατική δυσπιστία και η υπόνοια του επίσημου μετεμφυλιακού κράτους σχετικά με το πατριωτικό τους φρόνημα.
Συμπεριφορά και κρατική στάση που οδήγησαν σε ένα μεγάλο δεύτερο φευγιό στα ξένα, και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Την παιδική μνήμη των δύο μας πρωταγωνιστών κυριολεκτικά σημάδεψαν εκείνες οι σκηνές του αποχωρισμού όσων αναχωρούσαν για την άλλη άκρη της Γης, γιατί ήξεραν πολύ καλά ότι ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ξανασυναντηθούν με όσους έμεναν πίσω μια και οι αποστάσεις και τα μέσα μεταφοράς της εποχής έδιναν ελάχιστες ελπίδες για κάτι τέτοιο. Και πραγματικά αυτό συνέβη. Γερασμένα, έρημα χωριά, με τους λιγοστούς κατοίκους να εγκαταλείπουν τα εγκόσμια με τον καημό αποτυπωμένο στα μάτια τους, αφού δεν αξιώθηκαν να ξανασμίξουν με τους αγαπημένους τους.
* Ο Γιάννης Τεκίδης είναι πεζογράφος

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 1991*
Λίγο πριν από το σούρουπο χθες οι φωνές και η φασαρία σκέπασαν όλη την πτέρυγα. Στο κυλικείο και στα πέριξ η κίνηση είχε φουντώσει. Γέλια, πειράγματα και αστεία στην ημερήσια διάταξη. «Τι συμβαίνει; Τι γίνεται;» ρώτησα τον πρώτο φύλακα που βρήκα μπροστά μου. «Ο Μπάμιας αποφυλακίζεται υπό όρους», μου απαντά, «και κερνάει όλο τον κόσμο». Μπάμιας, παρεμπιπτόντως, είναι το… καλλιτεχνικό εδώ στη φυλακή όνομα του Κώστα Νίστου, του καταδικασμένου με είκοσι χρόνια για μια σειρά… θεάρεστες πράξεις τον καιρό που ήταν έξω. Είχε μόλις συμπληρώσει τα δέκα στη στενή και τώρα τα σαΐνια οι δικηγόροι του πέτυχαν έστω και με προϋποθέσεις να τον βγάλουν από το κλουβί. Όσο για το «Μπάμιας», μοναχά ο νονός του εδώ μέσα γνωρίζει γιατί τον βάφτισε έτσι. Τους βρήκα σε κατάσταση αλλοφροσύνης στην αίθουσα που είχε τη βιβλιοθήκη και τα άλλα επιτραπέζια παίγνια απασχόλησης των κρατουμένων τις ώρες της σχόλης. Χαίρονταν όλοι με τη χαρά του συγκρατούμενου και φαντασιώνονταν σίγουρα τις ανάλογες στιγμές που ίσως αργότερα αφορούσαν και τους ίδιους. Είπαμε, και στις χειρότερες περιπτώσεις εδώ μέσα η ελπίδα ποτέ δεν τα παρατάει. Αποτραβήχτηκα στο γιατάκι μου στο κελί και με έζωσαν μαύρες σκέψεις. Γιατί, αναρωτιέμαι, αν ήμουν εγώ στη θέση του Μπάμια, δεν θα χαιρόμουν, τουλάχιστον όχι όσο αυτός τώρα; Να φύγεις από εδώ μέσα και να ’χεις κάποιον να σε περιμένει, μια γωνιά να αράξεις, δρόμους και σοκάκια που θα σου φέρνουν ευχάριστες αναμνήσεις από το παρελθόν το καταλαβαίνω πως αξίζει τον κόπο. Να ματώνεις όμως σε κάθε σου βήμα εκεί έξω αντικρίζοντας μέρη, πρόσωπα και πράγματα που σε γυρίζουν σε ένα σκοτεινό παρελθόν είναι δώρο άδωρο.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Το μυστικό στο αυτί», εκδόσεις Μάτι