Live τώρα    
Υπάρχει λόγος / Το μισοσκόταδο «τίποτα»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Υπάρχει λόγος / Το μισοσκόταδο «τίποτα»

135358225a-.jpg

Του

Κώστα Καναβούρη

 

Ζευγάρι φίλων, γυρνώντας στο σπίτι του βραδάκι του περασμένου Σαββάτου, σταματάει σε κάποιο τυχαίο ζαχαροπλαστείο. Εργαζόμενες, δύο νεαρά κορίτσια, που βέβαια δεν βρίσκονται εκεί επειδή αυτό είναι το όνειρο της ζωής τους: να σερβίρουν γλυκά την ώρα που πολλοί φίλοι και φίλες τους πιθανότατα ετοιμάζονται για σαββατιάτικη έξοδο. Στο μαγαζί δεν υπάρχει άλλος πελάτης, οι φίλοι μου έχουν αληθινή αγάπη για τους νέους και τα προβλήματά τους, έμπρακτη αγάπη εννοώ, οπότε η κουβέντα έρχεται απολύτως φυσιολογικά.

Η μία κοπέλα, μου διηγούνται, που έχει αδελφή φοιτήτρια του Πολυτεχνείου και μάλλον μέσα στο φοιτητικό κίνημα, είναι κάπως πιο ζωηρή, πιο δυναμική στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Η άλλη παραμένει αρχικά αμίλητη και κάπως βλοσυρή στα διαμειβόμενα. Κι όταν τη ρωτούν πώς βλέπει τα πράγματα, η απάντηση έρχεται σαν ευθεία βολή κρότου-λάμψης, σαν αυτές που ρίχνουν οι κεφαλοθραύστες της καταστολής στα μούτρα των παιδιών όταν διεκδικούν τη ζωή και το μέλλον τους που δεν λέει να φωτίσει: «Δεν ελπίζω τίποτα». Αποσβολωμένος ο φίλος από την οδυνηρή σαφήνεια, ξαναρωτάει: «Γιατί δεν ελπίζεις;». Η απάντηση έρχεται με ακόμα πιο σκοτεινή πληρότητα, που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο «φιλολογικής» αντίρρησης: «Γιατί δεν βλέπω τίποτα που να με κάνει να ελπίσω».

«Συγκλονίστηκα από την απελπισία της» μου λέει ο φίλος, και πράγματι αυτό το «τίποτα» ενός κοριτσιού στην αφετηρία της ζωής του ξεθεμελιώνει όλα τα επιχειρήματα. Και εκείνα που θέλουν να παρακινήσουν στην ελπίδα και τα φοβερά «άλλα» που μέσα από έναν ορυμαγδό χειραγώγησης προσπαθούν να επιβάλουν μια χαμογελαστή υποταγή στις ανοϊκές επιλογές ενός συστήματος όλο και πιο άγριου, όλο και πιο αδηφάγου. Αυτό το άχαρο, δαιδαλώδες «τίποτα» είναι μια καθολική ήττα όλων εκείνων που ευαγγελίζονται έναν καλύτερο κόσμο γιατί απ’ ό,τι φαίνεται δεν κατανοούν πως υπάρχει μπόλικο «τίποτα» στις ψυχές των νέων. Των νέων που φυσικά δεν ευθύνονται για την τυφλότητα της ελπίδας, για το ότι κανένα σύμπαν δεν συνωμοτεί -κατά την κοέλια ανοησία- για να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες τους. Εκτός κι αν υποθέσουμε ότι η απελπισία είναι αυτό που πράγματι αποτελεί το όνειρο της ζωής τους.

Αυτό το «τίποτα», αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι με τις ιδέες και τα πιστεύω μας και δεν τελούμε υπό αφόρητη «ειδωλική περίπτυξη με την εικόνα μας» (κλεμμένη η φράση από κείμενο του Ηρακλή Λογοθέτη), από εντελώς παραμορφωτικό ναρκισσισμό δηλαδή, είναι μια ιστορική στιγμή δεινής οπισθοχώρησης της Αριστεράς. Ας ξαναθυμηθούμε τον Γκράμσι: «Το παλιό έχει πεθάνει και το νέο αργεί να γεννηθεί. Μέσα σ’ αυτό το μισοσκόταδο ζούμε στην εποχή των τεράτων».

Αυτό το «μισοσκόταδο τίποτα» στην ψυχή ενός νέου ανθρώπου είναι η φωλιά όπου επωάζεται το αβγό κάθε φιδιού. Εδώ βρίσκεται η τεράστια ευθύνη, πολιτική, ηθική, λογική και αισθητική, της Αριστεράς και όλων των προοδευτικών δυνάμεων, όπου οι πάντες έχουν το... πιο καλό δίκιο και οι άλλοι «πάντες» το άδικο. Είναι ευθύνη ύπαρξης της ίδιας της ζωής, γιατί είναι αυτό το μισοσκόταδο των τεράτων που καταπίνει ζωές, όπως οι 57 των Τεμπών, οι 500 της Πύλου, είναι αυτή η χοάνη ενός απύλωτου τίποτα όπου η ζωή δεν έχει καμιά σημασία (αυτό είναι η απελπισία) και γι’ αυτό δεν έχει και καμιά αξία.

Γι’ αυτό είναι ανάγκη πάσα να κατανοήσουμε πόσο «τίποτα» χαμένης ζωής υπάρχει μέσα στη μυριόστομη απαίτηση για δικαιοσύνη που κατακλύζει τους δρόμους. Δεν είναι μονάχα η οργή που σπρώχνει τους ανθρώπους στον δρόμο. Είναι μαζί και το «τίποτα» της απελπισίας τους που δεν θα γεμίσει με προχειρότητες και ετοιμοπαράδοτες συσκευασίες μέλλοντος έτοιμες για εξωτερική χρήση. Γιατί το «τίποτα», όπως και η αλήθεια, από τον καιρό του Δημόκριτου κρύβεται στον βυθό, «εν βυθώ γαρ η αλήθεια».

Κι αυτός ο βυθός, αν δεν σκύψουμε από την αρχή για να δούμε όχι το πρόσωπό μας αλλά το πρόσωπό του, θα γίνει «σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με (μας) πάρει (...)», όπως λέει ο Γιάννης Ρίτσος στη «Σονάτα του σεληνόφωτος», καθώς περνάει από ένα ζαχαροπλαστείο κάποιο σαββατόβραδο πηγαίνοντας ολοταχώς για την επόμενη σύγκρουση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0