«Τέχνη χωρίς ερωτήματα είναι δημαγωγία» έλεγε o γλύπτης Θόδωρος συμπυκνώνοντας τη φιλοσοφία του σε πέντε λέξεις. Στην εξηντάχρονη πορεία του στα εικαστικά αρνήθηκε την εικόνα του καλλιτέχνη ως καταναλωτικού ειδώλου, αυτοπροσδιοριζόταν ως γλύπτης και υπερασπίστηκε την τέχνη ως ηθική στάση, όχι ως μέσο αυτοπροβολής. Για τον Θόδωρο άλλωστε «η τέχνη είναι ηθική στάση».
Εξι χρόνια μετά τον θάνατό του το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) παρουσιάζει, από τις 8 Φεβρουαρίου, την έκθεση «Θόδωρος, γλύπτης: Αντί Αναδρομικής» σε επιμέλεια Σταμάτη Σχιζάκη. Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια ερμηνείας και παρουσίασης του έργου του μετά τον θάνατό του, αξιοποιώντας σχεδόν το σύνολο των έργων και το πλούσιο αρχειακό υλικό που ο ίδιος κληροδότησε στο ΕΜΣΤ. Η έκθεση δεν αντιμετωπίζει το έργο του σαν στατική κληρονομιά αλλά σαν ζωντανό στοχασμό πάνω στη σχέση τέχνης και δημόσιου χώρου.
Διαχρονική η επιρροή του
Η επιμέλεια δεν επιδιώκει να παγιώσει μια ερμηνεία αλλά να προτείνει μια δυναμική διαπραγμάτευση της σημασίας του έργου του Θόδωρου σήμερα. Παράλληλα, έξι σύγχρονοι καλλιτέχνες, οι Νίκος Αρβανίτης, Πάκυ Βλασσοπούλου, Ίρις και Λήδα Λυκουριώτη, Κώστας Μπασάνου και Γιάννης Παπαδόπουλος, συνομιλούν με διαχρονικά ζητήματα που απασχόλησαν τον Θόδωρο αναδεικνύοντας τη διαχρονική του επιρροή στη γλυπτική σκέψη.
Ο επισκέπτης της έκθεσης θα έρθει αντιμέτωπος με την αφοπλιστική ευθύτητα και την πολιτική φόρτιση των έργων του. Ανάμεσα στα έργα που θα παρουσιαστούν και αποτελούν μέρος της συλλογής που κληροδότησε ο Θόδωρος στο ΕΜΣΤ, ο «Καταπέλτης τεχνητών ήλιων» (1967) λειτουργεί ως υπαινιγμός στην τεχνολογική δύναμη και στη χειραγώγηση του φωτός και η «Περικεφαλαία αυτοκτονίας» (1964) αποτελεί μια σπαρακτική ειρωνεία πάνω στη μιλιταριστική προπαγάνδα. Η «Φορητή βουβή γλυπτική» (1967-1970) με την απογυμνωμένη της μορφή προτείνει μια γλυπτική σιωπής και αναμονής. Ο «Χειρισμός Ι - Για έναν θεατή μόνο» (1973) θέτει ερωτήματα για την ατομική πρόσληψη της τέχνης, ενώ το «Carnage» (1963-1965), μια επιβλητική μεταλλική σύνθεση, αντανακλά την τραγικότητα του ανθρώπινου μακελειού. Με το «Δος μοι... τόπον και γλυπτικήν ποιήσω» (1997) ο Θόδωρος διαπραγματεύεται τον ίδιο τον θεμελιώδη ρόλο της γλυπτικής στον χώρο. Το «Ξυπνητήρι μεσονυκτίου» (1965) μοιάζει να σχολιάζει τον μηχανισμό του χρόνου ως μια μόνιμη αναμονή, έναν κύκλο που ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Το έργο «Γλυπτική για τη συμμετοχή του κοινού - Απαγορεύεται η συμμετοχή» (1970-2005) και ο «Χειρισμός Ι» (1973) με τη μορφή δίσκου βινυλίου επαναπροσδιορίζουν τη σχέση του θεατή με το έργο τέχνης.
Η αρχιτεκτονική της έκθεσης, σχεδιασμένη από τον Γιάννη Αρβανίτη, αντλεί έμπνευση από την εκθεσιακή του πρακτική οργανώνοντας τα έργα σε θεματικές ενότητες που οδηγούν σε έναν απρόβλεπτο χώρο συνύπαρξης του έργου με τον επισκέπτη.
Τέχνη, κοινωνία, δημόσιος χώρος
Ο Θόδωρος, διεθνώς αναγνωρισμένος και γνωστός μόνο με το μικρό του όνομα, αναμετρήθηκε δυναμικά με την τέχνη του αναπτύσσοντας από νωρίς μια γλυπτική γλώσσα που διερευνούσε την ισορροπία, την πλαστικότητα, τις κλίμακες και, κυρίως, τον ρόλο του γλυπτού ως μέσου επικοινωνίας στον δημόσιο χώρο. Η αφοσίωσή του στην ανανέωση της γλυπτικής έκφρασης τον οδήγησε σε πειραματικές πρακτικές, από περφόρμανς και ηχητικά γλυπτά μέχρι τις πρώτες κριτικές θεωρήσεις των θεσμών μέσα από την τέχνη. Κεντρικός άξονας της πορείας του υπήρξε η κοινωνική και πολιτική διάσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με συνέπεια καλλιέργησε έναν δημόσιο λόγο μέσα από τον Τύπο και τα μέσα ενημέρωσης μετατρέποντάς τα σε πεδία κριτικής και παρέμβασης.
Το έργο του αποτελεί μια αέναη αναζήτηση της σχέσης της τέχνης με την κοινωνία και τον δημόσιο χώρο. Μια τέχνη που δεν εφησυχάζει, αλλά προβληματίζει, διεκδικεί χώρο και αξιώνει την παρουσία της στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. «Δεν παράγω έργα σαν κουλουράκια» έλεγε ο Θόδωρος αποδοκιμάζοντας τη λογική της εύκολης κατανάλωσης.
