Η τελευταία ατομική έκθεση του ζωγράφου Γιάννη Ψυχοπαίδη μάς καταπλήσσει με την τολμηρή, μορφοπλαστική επινοητικότητα του δημιουργού της, τη βασισμένη στην ελευθερία της κίνησης του χρώματος γραφή του, την αφτιασίδωτη αισθητική του. Ο τίτλος της «Παλέρμο. Άνθρωποι και ερείπια» φανερώνει εξαρχής στον αναγνώστη της την πηγή της έμπνευσής του, που ο ίδιος περιγράφει στο δελτίο Τύπου της έκθεσης. «Με αφορμή πρόσφατο ταξίδι στη Μάγκνα Γκρέτσια και στους ερειπιώνες των σικελικών πολιτισμών της περπατώντας αργότερα στα φιλόξενα ακρογιάλια της Πελοποννήσου, μακριά από την παράνοια των καταναγκασμών της μεγαλούπολης, ανακαλύπταμε και τους μικρούς θησαυρούς που απλόχερα χαρίζει η θάλασσα».
Η διόλου τυχαία πρόταξη «Άνθρωποι» μας φανερώνει επίσης εξαρχής κι αυτή τη βαθιά αγάπη του καλλιτέχνη για τον άνθρωπο που διαποτίζει ολόκληρο το έργο του αλλά και την παρούσα έκθεση, υπαίτιο της ερήμωσης του σύγχρονου κόσμου αλλά και ικανό να τον ξαναχτίσει. Ο Ψυχοπαίδης τη δομεί σαν ένα σκηνικό. Με τους διαφορετικούς ανθρώπους, πρωταγωνιστές του στα αναρτημένα στους τοίχους σχέδια, να πλαισιώνουν την πολιτεία που έχει εγκαταστήσει στο κέντρο κι εκείνο το «έτοιμο» εύρημα, που έχει τοποθετήσει στο πλάι, μπροστά τους, πάνω σε ένα καβαλέτο από ξύλα της θάλασσας, να πυκνώνει στην απέριττη ομορφιά του το σθένος του πονεμένου ανθρώπου: τη σμιλεμένη από το κύμα σε προτομή πέτρα, με το ελάχιστο άγγιγμα του Ψυχοπαίδη στα βαθουλώματα που θυμίζουν μάτια και στόμα και την πλακουτσή μύτη που φέρνει στον νου το μοναδικό, σημαδιακό για τη μετέπειτα απαλλαγμένη από τον ακαδημαϊσμό πορεία, γλυπτό του Χαλεπά από την περίοδο του μακρόχρονου εγκλεισμού του στο ψυχιατρείο.
Τοπία πολέμου, πρόσωπα, νεκρές φύσεις
Πρόσωπα πλασμένα με κηλίδες αδρές και χειρονομιακές πινελιές που διατηρούν μέσα στην άμορφη, απτή χρωματική ύλη τα χαρακτηριστικά της έκφρασης, της σκληρότητας, της απορίας ή της οδύνης τους. Πρόσωπα που σχίζονται, εκρήγνυνται, δείχνονται μέσα στην τραγικότητά τους με τα αταβιστικά τους, πιθηκόμορφα γνωρίσματα, τα μάτια δεμένα ή εκστασιακά πολλαπλασιασμένα κάτω από την επιγραφή «Η πίστη σώζει».
Νεκρές φύσεις φτιαγμένες με λευκά, παιδικά κεφαλάκια να υπομιμνήσκουν τον νέο τύπο φασιστικής αποικιοκρατίας που εγκαθιδρύθηκε στη Γάζα και απλώνεται στον κόσμο. Αιματοβαμμένοι εκπρόσωποι του ανώτατου κλήρου και τετραγωνισμένοι ηγέτες-πολέμαρχοι, κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι ανερχόμενοι μικροαστοί με τη μάσκα του γουρουνόσκυλου -έμμεση αναφορά στη «Φάρμα των ζώων» του Τζορτζ Όργουελ- να προδίδει τις προθέσεις τους. Δεμένα με καραβόσχοινα αρχαία αγάλματα να μας μιλούν για τους αμέτρητους κατατρεγμένους Exils που απωθούνται και πνίγονται στο Αιγαίο. Νεαρές γυναίκες, αισθησιακές στην απόλυτη αθωότητα της γύμνιας τους, που στέκονται σαν παραλυμένες με φιμωμένα στόματα μπροστά από κατεστραμμένα τοπία. Τοπία πολέμου που γράφονται κάτω από ένα μαύρο σύννεφο με τις μάζες των θυμάτων να καλύπτουν το έδαφος, με το μικρό, σχηματοποιημένο σαν από χέρι παιδικό αεροπλανάκι ως ανεπαίσθητη σχεδόν σημείωση των τρομερών βομβαρδισμών. Τοπία που συνθέτονται με τα διαλυμένα τραπουλόχαρτα της γεωπολιτικής ιστορίας μας αλλά και με τις παλλόμενες ψηφίδες των κήπων που έχουν απομείνει.
Ανάμεσά τους διακρίνουμε τις αναφορές στους μεγάλους ζωγράφους που σφράγισαν τις αναζητήσεις του καλλιτέχνη. Το αναγνωρίσιμο μέσα από τις παχιές, ορμητικές πινελιές πρόσωπο του Βαν Γκονγκ με το μικρό του όνομα και το χέρι του με το πινέλο που διατυπώνεται απέναντι στην παλέτα με τον αντίχειρα του καλλιτέχνη. Τη χαρακτηριστική, αισθαντική, αναγεννησιακή γυναικεία μορφή του Ντίρερ ή τη γραμμένη με οξεία περιγράμματα φυσιογνωμία που θυμίζει τον μεγάλο χαράκτη της «Νέας Αντικειμενικότητας» Μαξ Μπέκμαν.
Στο τέλος σχεδόν αυτής της περιδιάβασης προβάλλεται ο ρεαλιστικά αποδοσμένος Δείπνος των 13 εκφραστών της εξουσίας με τα αινιγματικά αφημένα πρόσωπα και το κουτσαβάκικο, αδιάφορο ή απαθές βλέμμα, που τελείται με φόντο τη βίαιη καταστολή της διαδήλωσης όσων εξεγείρονται στις αποφάσεις τους από τα κρανοφόρα όργανα της τάξης. Αποτυπώνεται, όπως και πολλά άλλα σχέδια, στον μερικά ζωγραφισμένο, εμφανή καμβά των κεντημάτων γκοπλέν, που μας επιτρέπει όχι μόνο να διαβάσουμε την τυπωμένη επιγραφή «ελληνικής κατασκευής» απέναντι από τη γραμμένη από τον Ψυχοπαίδη πρόταση «Όλα είναι σάπια», αλλά και τονίζει τον εκούσια «ημιτελή», σύμφωνο με τα επιτεύγματα της δεκαετίας του ’60, ανοιχτό στο κοινό, χαρακτήρα της τέχνης του. Δένεται έτσι άρρηκτα με το εμβληματικό ανέκαθεν και για τα assemblages του Ψυχοπαίδη, συστατικό μέρος του δεύτερου τμήματος της έκθεσης, θραύσμα. Το χρησιμοποιεί ως «το νήμα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν».
Φουγάρα εργοστασίων και πεσμένοι κίονες
Η εγκατάσταση που αντικρίζουμε είναι φτιαγμένη με σοφά «ερριμμένους» και μη χρηστικούς «λίθους και πλίνθους και ξύλα και κεράμους» που συνέλεξε ο Ψυχοπαίδης στις ακτές της Πελοποννήσου και συναρμολόγησε πάνω σε χοντρό αλάτι Μεσολογγίου σε μια εικόνα ερημωμένης βιομηχανικής πόλης. Αφήνει τα φουγάρα των εργοστασίων να προεξέχουν. Τα στήνει δίπλα σε μορφωμένους από χαρτόνι πεσμένους κίονες και σε γραμμένα από αυτόν με μια αρχαϊκή γραφή βότσαλα. Επικολλά τα απομεινάρια των παλαιών σπιτιών, τα σπασμένα τούβλα, πάνω σε μικρά, μισοφαγωμένα ξύλα. Τα επιζωγραφίζει με τα έντονα και τρυφερά συνάμα χρώματα από την οικεία παλέτα του. Και τα μεταμορφώνει έτσι σε δομικά στοιχεία, που με τις ανοιχτές, λειασμένες από τη θάλασσα πλαστικές φόρμες τους συνθέτουν ως υποδοχείς της νέας ζωής τη νέα πολύχρωμη πολιτεία του. Με το βαμμένο στα χρώματα της ροδαυγής σύνολο στο κέντρο της να προμηνύει το μέλλον. Και τη σκαλωσιά με τα συσσωρευμένα ζωγραφισμένα σπασμένα τουβλάκια στο τέλος της έκθεσης να σηματοδοτεί την αδιάκοπη συνέχεια της εκτέλεσης του έργου.
Η έκθεση παρουσιάζεται σε μια εποχή όπου η δυστοπία του ακροδεξιού, μισαλλόδοξου λαϊκισμού και της στρέβλωσης της πραγματικότητας των εύκολα χειραγωγούμενων και μεταλλαγμένων σε αναλώσιμη ίλη πολιτών διαδίδεται με τη φανερή και ανερυθρίαστη πλέον στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου των ηλεκτρονικών πλατφορμών και των κρυπτονομισμάτων. Όπως κατέδειξε και η πρόσφατη ορκωμοσία του πολεμοχαρούς πλανητάρχη, με τον πλουσιότερο όλων των υποστηρικτών του, τον Ίλον Μασκ, να χαιρετά ναζιστικά και την Ευρώπη να εκπροσωπείται από τους φαιούς ηγεμονίσκους της.
Θρυμματισμένα και ανεξίτηλα ίχνη της πολιτισμικής μνήμης
Ο Ψυχοπαίδης ανεγείρει το «Παλέρμο» του, «τη συμβολική εικόνα ενός συμπαγούς ευρωπαϊκού χώρου με ερειπωμένους οικισμούς ζωντανούς στην παρουσία τους», καθώς ο ίδιος λέει, ως δρων ποιητικό, κριτικά αναστοχαστικό υποκείμενο, απελευθερωμένο από κάθε λογής αισθητικές συμβάσεις. Την αρμολογεί με τα θρυμματισμένα και ανεξίτηλα ίχνη της πολιτισμικής μνήμης ως ένα παλίμψηστο ανάμεσα στο πένθος του θανάτου και στη χαρά της ζωής, ενάντια στην ανελέητη λογική των ψυχρών αλγόριθμων και των «απάνθρωπων νόμων των περιδεών, των τυφλών και των ηλιθίων». Σαν να αφουγκράζεται τα λόγια του μεγάλου δημιουργού της «Οκτάνας»: «Οκτάνα θα πει μια ψυχικής ενότητος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μιαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέσει διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήσει, να εκκαθαρίση επιτέλους!». Μας καλεί με το σύγχρονο, ενθαρρυντικό, ανοιχτό στις αισθήσεις και στα συναισθήματα εικαστικό έργο του να διαφυλάξουμε και να περιφρουρήσουμε ατομικά και συλλογικά απέναντι στην επερχόμενη βαρβαρότητα «ό,τι είναι ο άνθρωπος» και να το διεκδικήσουμε.

INFO
Γιάννης Ψυχοπαίδης, «Παλέρμο. Άνθρωποι και ερείπια»
Γκαλερί Ζουμπουλάκη, πλατεία Κολωνακίου 20
Διάρκεια έκθεσης: 16 Ιανουαρίου - 8 Φεβρουαρίου 2025
Ώρες λειτουργίας: Τρ./Πέμ./Παρ. 11 π.μ.-8 μ.μ., Τετ. & Σάβ. 11 π.μ.-3 μ.μ.
Φωτό: Katoufas Brothers