Live τώρα    
ΟΠΤΙΚΕΣ / Σαν μηδέν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΟΠΤΙΚΕΣ / Σαν μηδέν

Του Παναγιώτη Σ. Παπαδόπουλου

Στο έργο του Γιώργου Ζογγολόπουλου (1902-2004) παρουσιάζεται η εξέλιξη της σύγχρονης γλυπτικής. Ο προπολεμικός κλασικισμός δίνει τη θέση του, τη δεκαετία του '60, στην αφαίρεση. Τέλος, η εννοιολογική προσέγγιση του γλυπτικού έργου θα τον απασχολήσει από τη δεκαετία του '80 μέχρι το τέλος. Σε αυτό το έργο δεν υπάρχει τόσο η συνέχεια και η γραμμικότητα όσο οι διαρκείς ρήξεις και οι καλά οργανωμένες ανατροπές. Ένα γλυπτό, ιδιαίτερα εάν βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο, δεν κατακτά ποτέ την αυτονομία του, αφού πάντα θα σχετίζεται με κάτι άλλο, δηλαδή τα ξένα στοιχεία που επιδρούν καταλυτικά πάνω του. Το φως, ο αέρας, το νερό, η φύση γενικότερα, ο δομημένος χώρος, είναι κάποια από αυτά. Το ζήτημα του χώρου παρέμεινε κεντρικό στο έργο του. Η γλυπτική, σε αντίθεση με άλλες τέχνες, δεν επαναπαύεται στην ετεροτοπία του μουσείου. Από τη στιγμή που εκτίθεται δημόσια στον χώρο, βρίσκεται πάντα σε μια κατάσταση συνδιαλλαγής, αλλά και κινδύνου. Πρέπει να απαντά σε μια φύση που ηγεμονεύει και εν τέλει θα κυριαρχήσει.

Η γλυπτική του Ζογγολόπουλου αναφέρεται πάντα σε αυτά τα "ξένα στοιχεία". Ο ανοξείδωτος χάλυβας θα συνδυαστεί με το νερό και γενικότερα με στοιχεία που υπερβαίνουν τις εσωτερικές πλαστικές αξίες του υλικού. Έργα όπως το Κινητικό, ο Ρόμβος, η Ασπίδα, το Τοίχωμα κ.ά. βρίσκονται σε αυτήν τη λογική, αφού χωρίς την υδροκινητική διάσταση δεν υπάρχει έργο. Ο Ζογγολόπουλος θέτει σημαντικά ζητήματα πάνω στη φύση και τον προορισμό του έργου. Η αντίληψή του, μολονότι ομοιάζει, τελικά απομακρύνεται από τη ρομαντική παράδοση για το έργο τέχνης, που αναζητά στην έννοια της γης το μέρος που κατατίθεται το έργο, το περιβάλλει και το σιγουρεύει.

Ένα από τα τελευταία έργα του είναι το Tel Néant (Σαν μηδέν) (1998) που παρουσιάστηκε στη Wittenbergplatz στο Βερολίνο. Πρόκειται για ανοξείδωτο χάλυβα έντεκα μέτρων, οι απολήξεις του οποίου καταλήγουν στις ομπρέλες, αλλά και σε βέργες χάλυβα που υψώνονται στο κενό. Αυτή η αντίληψη θα είναι και η καταληκτική για το έργο του, αφού επαναλαμβάνεται στη Στήλη, 2001, που αποτελεί και το τελευταίο γλυπτό του και εκτίθεται μέχρι σήμερα στον σταθμό του Ευαγγελισμού. Σε τέτοιες κατασκευές βρισκόμαστε μπροστά σε μια ψευδαισθητική γλυπτική που φαίνεται και δεν φαίνεται, μια γλυπτική-φάντασμα, το οποίο ανάλογα με τον καιρό παρουσιάζεται ή λανθάνει. Απομακρύνεται το γλυπτό από κάθε αντίληψη μνημειακότητας που θα προσπαθούσε να επιβληθεί πάνω στον χώρο. Στη Στήλη, ο ανοξείδωτος χάλυβας ανεβαίνει είκοσι ένα μέτρα και όσο οδηγείται πιο ψηλά τόσο οι αρθρώσεις του μειώνονται ώστε οι βέργες να χάνονται στον ουρανό. Η Στήλη όντως είναι μια επιτύμβια στήλη προλέγοντας το τέλος του καλλιτέχνη. Επίσης, σε αυτό εισάγονται μια σειρά μεταφορών για τη φύση γενικά ενός καλλιτεχνικού έργου. Εισάγεται, όμως, και αυτό είναι το κεντρικό στοιχείο, η έννοια μιας γλυπτικής-φαντάσματος. Το έργο υπάρχει και δεν υπάρχει και με αυτόν τον τρόπο οδηγείται η γλυπτική σε αυτό που θα ονομάζαμε πρόσκαιρη ύπαρξη.

«Γιώργος Ζογγολόπουλος: Ζωγραφική, γλυπτική, κόσμημα», έως την Κυριακή 28 Απριλίου στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών Γ. Καρύδης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0