Είμαι γιος μιας μάνας που βασανίστηκε άγρια και έμεινε στη φυλακή τέσσερα χρόνια με μοναδικό «αδίκημα», ή μάλλον «έγκλημα» για τους κρατούντες, τις ιδέες της και το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου. Είμαι γιος ενός πατέρα που για τους ίδιους λόγους βασανίστηκε και εξορίστηκε, όπως επίσης τεσσάρων θείων που πέρασαν τα ίδια καθώς και μιας απίστευτης θείας που πέρασε δέκα χρόνια στις Φυλακές Αβέρωφ και δεν δίστασε να συγκρουστεί και με το κομματικό κατεστημένο της φυλακής πληρώνοντας βαρύ «πρόστιμο» που της επιβλήθηκε από την απολύτως ηρωοποιημένη ηγερία εκείνου του άγριου καιρού.
Συγκλονίστηκα λοιπόν βαθιά, ταράχτηκα σύγκορμος χωρίς καμιά υπερβολή διαβάζοντας και μόνο την πρώτη φράση από την επιστολή του Νίκου Ρωμανού μέσα από τη φυλακή λόγω της σύλληψης και προφυλάκισής του: «Δευτέρα 18 Νοεμβρίου ήταν μια μέρα που ο χρόνος σταμάτησε για άλλη μια φορά για μένα».
Μόνο ένας άνθρωπος που στερήθηκε την ελευθερία του μπορεί να κατανοήσει μέχρι τα μύχια της ύπαρξής του την έννοια του παγωμένου χρόνου. Μόνο όσοι ζήσαμε τις επιπτώσεις αυτής της βαθύτατης πληγής μπορούμε να υποψιαστούμε το μέγεθος της καταστροφής. Ίσως επειδή ζήσαμε στο πετσί μας και το κυνηγητό μιας ολόκληρης ζωής που δεν υπακούει σε καμιά άλλη ανάγκη, παρά στον ραχιτικό σωφρονισμό των υπολοίπων στη μόνιμη εγκατάσταση υποκυπτικού περιβάλλοντος, όπου το άνω θρώσκω της ανθρώπινης κατάστασης λυγίζει μέχρι τα έγκατα του εαυτού της και λιμνάζει εκεί.
«Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήρια» γράφει ο Ουίλιαμ Μπλέικ (1757-1827) στους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης». Αυτή είναι η κόλαση του παγωμένου χρόνου, αυτό θέλουν για όλους και γι’ αυτό τους είναι απαραίτητος ο Νίκος Ρωμανός. Το λέει άλλωστε σπαραχτικά ο ίδιος σε μια αποστροφή της επιστολής του: «Έγινα ένα περιφερόμενο λάφυρο προς πάσης φύσεως εκμετάλλευση. Ένα έκθεμα στις προθήκες των μουσείων του ψεύδους και της λήθης». Ακριβώς αυτό πρέπει να είναι το αποτύπωμα του Νίκου Ρωμανού στην Ιστορία. Το αποτύπωμα ενός σκιάχτρου για να διώχνει τα «μαύρα πουλιά της δυστυχίας» και να μείνει «αδιατάρακτη ταφή» (που λένε και η αρχαιολόγοι) η ζωή μας.
Και να σκεφτεί κανείς ότι η τωρινή του περιπέτεια εξερράγη μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε ένα αποτύπωμά του σε μια πλαστική σακούλα, που το ανακάλυψαν τα λαγωνικά των δυνάμεων ασφαλείας στη γνωστή υπόθεση της έκρηξης στους Αμπελόκηπους. Τα ίδια λαγωνικά που έχουν μόνιμη αοσμία όταν πρόκειται για κρατικά εγκλήματα, όπως το έγκλημα των Τεμπών με τους 57 νεκρούς και τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός.
Για να μην πιάσουμε τη βαριά οσμή από τη σήψη μιας Δημοκρατίας που διαλύεται μπροστά στα μάτια μας υπό τα χειροκροτήματα εγκαινίων (πουθενά αλλού δεν γιορτάστηκε τόσο πολύ ένα τερατώδες οικονομικό έγκλημα όπως του μετρό Θεσσαλονίκης, με τους κλέφτες όχι μόνο να μην προσπαθούν να κρυφτούν αλλά και να πανηγυρίζουν επισήμως), υπό τα χειροκροτήματα χονδρόψυχων επενδυτών για τα πλουσιοπάροχα τραπεζικά μερίσματα, υπό τα χειροκροτήματα ενός πλήθους της εύκολης, πια, διαβουκόλησης και της παραζαλισμένης αγωνίας για επιβίωση.
Και στη μέση ο Νίκος Ρωμανός. Ένα πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας που συμβαίνει δίπλα μας. Και δεν είναι παράσταση. Είναι η αλήθεια της ζωής όλων μας. Της ζωής που αρνούμαστε να δούμε. Τραγουδώντας βέβαια με ενθουσιασμό τα λόγια του Νιονιού (χρόνια πολλά, με την ευκαιρία, για τα 80άχρονα), βέβαιοι ότι δεν περιλαμβανόμαστε εμείς σ’ αυτά, αλλά κάποιοι άλλοι: «Σημαία από νάιλον υψώνουμε / σημαία πλαστική (…)». Κι όμως: οι μόνες πλαστικές σημαίες που υψώθηκαν στον ουρανό των γηπέδων, στον ουρανό της δικαιοσύνης θα έλεγε κανείς, ήταν οι πλαστικές σακούλες στο γήπεδο του Παναιτωλικού και οι άλλες στο γήπεδο της Τούμπας από τους οπαδούς του ΠΑΟΚ με την καίρια επισήμανση «Εδώ βαγόνια χάνονται, σακούλες αρμενίζουν».
Κι αρμενίζουν στα μολυσμένα στεκάμενα νερά από τις πλημμύρες που δεν λένε να αποστραγγίσουν και πιάνονται στα ικετευτικά ξερόκλαδα των καμένων δασών που δεν λένε να πρασινίσουν, πεισματικά αδιαφορώντας για τις υποσχέσεις, οι οποίες βέβαια είναι πάντοτε προτιμότερες από την αλήθεια. Κι ας την ανεμίζει μπροστά στα μάτια μας ο Νίκος Ρωμανός.