Live τώρα    
29°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
29 °C
27.1°C29.7°C
1 BF 59%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
29 °C
26.8°C29.8°C
2 BF 64%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
28 °C
27.7°C29.8°C
0 BF 58%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
28 °C
27.7°C28.0°C
3 BF 65%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
27 °C
27.3°C27.4°C
2 BF 42%
Βιβλιοπαρουσίαση / Η απολογία ενός τραπεζικού
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιοπαρουσίαση / Η απολογία ενός τραπεζικού

Είμαι τραπεζικός υπάλληλος. Είμαι, δηλαδή, ο τελευταίος τροχός της αμάξης σε μια εταιρεία νόμιμης τοκογλυφίας. Ο όρος «τραπεζικός» φέρνει αυτόματα στο μυαλό μου σοβαρές ψυχωτικές διαταραχές ως υπεύθυνος για πάσης φύσεως ιδεοληψίες και ψυχαναγκασμούς που αργά ή γρήγορα οδηγούν σε μείζονα κατάθλιψη. Πριν από δέκα χρόνια παντρεύτηκα με την Έλσα. Ζούμε στο πατρικό της, μια μονοκατοικία με κήπο στα Πατήσια, με τη συντροφιά ενός ημίαιμου ροτβάιλερ και μιας αδέσποτης γάτας. Συχνά μας επισκέπτεται στο σπίτι η Ντόλι. Αν και φέρει το όνομα του διάσημου κλωνοποιημένου προβάτου, πρόκειται περί μιας σατανικής γριάς γενετικά ταυτόσημης με τη μάγισσα Φούρκα, που δυστυχώς τυχαίνει να είναι πεθερά μου. Είναι ικανή να κάνει το νευρικό σύστημα ακόμα κι ενός γιόγκι να ανεμίζει σαν ξεσκισμένη κουρελού, πόσο μάλλον το δικό μου, που ασθενεί διαπιστωμένα. Αν στα παραπάνω προσθέσω τη νομοτελειακή φθορά ενός γάμου με το πέρασμα των χρόνων και την αναπόφευκτη επίγνωση της χαμένης νεότητας, εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι η ζωή μου κυλάει βαρετά, χωρίς ενδιαφέροντα και συγκινήσεις. Μόνες διέξοδοι στο τέλμα που έχω περιπέσει είναι η ροκ μουσική και οι συναντήσεις με τον Φώντα, τον παλιό μου συμμαθητή. Γνωρίζω ότι δεν είναι ο πιο κατάλληλος φίλος για έναν παντρεμένο. Το μεγάλο του ελάττωμα είναι ότι δεν έχει μάθει να κρατάει κλειστό το φερμουάρ του, μολονότι το έχει πληρώσει ακριβά με δύο διαζύγια και μια χρεοκοπία. Έχασε το μεγαλύτερο μέρος της καθόλου ευκαταφρόνητης πατρικής περιουσίας του στο χρηματιστήριο. Όση γλίτωσε απ’ το πορνείο του καπιταλισμού -φανατικός οπαδός του Μαρξ, έχει διαβάσει ακόμα και τα ερωτικά του ποιήματα- επενδύθηκε σε πορνεία του Λεκανοπεδίου. Το πιο επικίνδυνο όμως για μένα δεν είναι οι πειρασμοί του έκλυτου βίου που ακόμη αμετανόητα διάγει, αλλά οι εξωφρενικές ιδέες που μου βάζει στο μυαλό…

Μια ανοιξιάτικη νύχτα αϋπνίας, από αυτές που, για να χαλαρώσω, συνηθίζω να βγαίνω μια βόλτα με τον σκύλο μου στους έρημους δρόμους, είδα κάτι που δεν έπρεπε να δω. Για να μην αποκαλύψω το μυστικό μου, κάποιοι αχρείοι με έριξαν στα δίχτυα μιας όμορφης μπαργούμαν και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν χρειάστηκε να προσπαθήσουν πολύ για να με παγιδέψουν. Από τότε άρχισαν τα μεγάλα μου βάσανα. Παρασύρθηκα σε αλυσιδωτά ψέματα και παρορμητικές αντιδράσεις και χωρίς να το καταλάβω απώλεσα μέσα σε μια μέρα όλα όσα είχα κατακτήσει στη ζωή μου. Ελεύθερος από συζυγικές υποχρεώσεις, ασφαλής από τραπεζικούς εφιάλτες και απαλλαγμένος από το πνιγηρό περιβάλλον της πόλης, αλλά σε τέλεια συναισθηματική και υπαρξιακή απόγνωση, οδηγήθηκα σε μια αδιανόητη πράξη. Δυστυχώς δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα. Μόνο ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου είναι σε θέση να κρίνει οριστικά αν ήταν μια πράξη απόδοσης κοινωνικής δικαιοσύνης -όπως υποστηρίζει ο Φώντας με ακλόνητα επιχειρήματα- ή μια εγκληματική ενέργεια δηλωτική της εξαχρείωσής μου.

* Ο Μάρκος Κρητικός είναι συγγραφέας.

«Έλα μου ντε…»*

H Μόνικα απομακρύνθηκε αργά. Ήταν απ’ τις γυναίκες που σου αφήνουν κάτι σπουδαίο να θυμάσαι όταν σου γυρίζουν την πλάτη.

«Την ξέρω από παιδάκι» ήταν η πρώτη κουβέντα του Φώντα όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο. «Πώς πέρασαν τα χρόνια...» Κρατούσε τη βαλίτσα αγκαλιά και τη χάιδευε αφηρημένος λες και ήταν σκύλος.

«Έλα μου ντε…» Σ’ όλη μας τη ζωή είχαμε επιδοθεί σε μια οργιώδη σπατάλη χρόνου. Όταν ήμασταν νέοι, μπροστά σ’ έναν καφέ τη μέρα κι ένα ουίσκι τη νύχτα, με λόγια μεγάλα και ιδέες περίφημες ονειρευόμασταν να σώσουμε τον κόσμο. Δεν τα καταφέραμε αλλά δεν απογοητευτήκαμε - το εγχείρημα ήταν εξαρχής δύσκολο. Είπαμε τότε να σώσουμε την αδικημένη γενιά μας που δεν είχε να κρεμάσει Πολυτεχνεία στο στήθος. Κι άλλο ουίσκι κι άλλοι καφέδες, πάλι τζίφος. Κι ενώ ο καιρός δεν πέρναγε, πέρναγαν τα χρόνια. Και ήρθε η ώρα να σώσουμε το σπιτικό μας, αλλά οι δαίμονες δεν μας άφησαν. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε νεοσύλλεκτοι στη μέση ηλικία, αδέξιοι στους συμβιβασμούς και αρχάριοι στον πόνο των πρώτων δικών μας που έφυγαν να παλεύουμε να σώσουμε ό,τι έχει απομείνει, δηλαδή το τομάρι μας, και να μην έχουμε κανέναν λόγο να αισιοδοξούμε ότι τουλάχιστον αυτό θα το καταφέρουμε.

Φτάσαμε στο σπίτι σκυθρωποί και μεθυσμένοι. Άναψα τσιγάρο και βγήκα στη βεράντα. Η πόλη ξυπνούσε κάτω απ’ τις τσιμεντένιες καταπακτές. Ακούμπησα στην κουπαστή και κοίταξα από ψηλά τον δρόμο σαν να είχα το προνόμιο να παρατηρώ αθέατος μέσα από μια ρωγμή του τσιμέντου έναν θίασο παντομίμας με ένα παράλογο αίσθημα εξουσίας σε ό,τι όριζε η ματιά μου. Κίνηση, βουή, χρώματα και μυρωδιές ανακατεμένα. Μοναξιά και συντροφιά σιαμαίες κάτω απ’ το παλλόμενο φως του γωνιακού φαρμακείου.

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο αναρχικός τραπεζικός», εκδόσεις Μεταίχμιο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL