Του Παναγιώτη Σ. Παπαδόπουλου
Η Μαρία Λοϊζίδου παίρνει μία παλιά, οικογενειακή ντουλάπα, στην οποία υπήρχε η δυνατότητα αποσυναρμολόγησης σε κομμάτια, όπως συμβαίνει σε ένα παιδικό παιχνίδι, όπου τα διάφορα κομμάτια του εφαρμόζονται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Μολονότι έχουμε μπροστά μας μία εγκατάσταση με τη συγκεκριμένη υλικότητά της, στην πραγματικότητα αυτή η εγκατάσταση διαπραγματεύεται έννοιες, κατατάσσει έννοιες. Να θυμηθούμε, απλά, τη μεταφορά του Μπερξόν ότι οι έννοιες είναι συρτάρια που χρησιμεύουν για την κατάταξη των γνώσεων. Κάθε έννοια έχει το συρτάρι της στο ντουλαπάκι των κατηγοριών.
Τι σημαίνει αποσυναρμολογώ; αυτό σημαίνει: διαλύω κάτι σε μικρότερα κομμάτια. Στην περίπτωσή της, αποσυναρμολογώ (και αντίστοιχα επανασυναρμολογώ) σημαίνει να παρουσιαστεί το εσωτερικό τού αντικειμένου, η αθέατη πλευρά του· ό,τι ήταν εσωτερικό να γίνει εξωτερικό, με τον ίδιο τρόπο που αναποδογυρίζεις ένα ρούχο και εμφανίζεις τη μέσα επιφάνειά του. Με αυτήν την κίνηση της Λοϊζίδου, έχουμε μπροστά μας την πρώτη αντιστροφή: μία ντουλάπα κρύβει και προστατεύει. Μία ντουλάπα αποτελεί κάτι το ιδιωτικό, στο οποίο ούτε πρόσβαση έχει κάποιος ξένος, ούτε οπτική ή απτική επαφή. Πρέπει να είσαι οικείος για να ανοίξεις την ντουλάπα και η καλλιτέχνις μας δίνει αυτό το δικαίωμα. Μας καθιστά οικείους της. Μας επιτρέπει, κατά το δοκούν, να την ανοίξουμε και να την κλείσουμε. Το ζήτημα της οικειότητας εισέρχεται στην κατασκευή.
Όμως, η χρήση της ντουλάπας είναι και για άλλους λόγους μία ευφυής μεταφορά. Στην πραγματικότητα, δεν αποσυναρμολογώ την ντουλάπα, αλλά την ίδια τη μνήμη, που την καθιστώ, πλέον, δημόσια. Μέσα από αυτήν την πράξη, η καλλιτέχνις βάζει τον εαυτό της να θυμηθεί και ταυτόχρονα, αυτά τα αντικείμενα της μνήμης μπαίνουν σε μία τάξη. Δημιουργεί τις σειρές της μνήμης. Όταν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αποσυσκεύαζε τη βιβλιοθήκη του, σημείωνε ότι μέσα σε αυτήν την πράξη προείχε να δώσει «μιάν εποπτεία της σχέσης ενός συλλέκτη με τα αποκτήματά του, εποπτεία μάλλον της συλλεκτικής δραστηριότητας». Με αντίστοιχο τρόπο, η ντουλάπα της Λοϊζίδου περιέχει αποσπάσματα της δικής (εικαστικής) δραστηριότητας, περιέχει κομμάτια από τα έργα της, εκθέτοντας την ίδια την αυτοβιογραφία της. Τα αντικείμενα της μνήμης, δηλαδή τα έργα της, μετατρέπονται σε ενθυμητικά αντικείμενα, σε mementos.
Ποιο είναι το υλικό αυτής της ντουλάπας; Κάποια συρτάρια έχουν σχέδια, με μολύβι σε χαρτί, ενθυμήματα από τα Memoscapes, άλλα περιέχουν υφάσματα, όπως οι σειρές Digitalis ή Self Other· άλλα περιέχουν τετράδια με σχέδια ή σχέδια σε ψηφιακό κέντημα. Σε προθήκες τοποθετεί μακέτες εργαστηρίου. Σε άλλα, καταλόγους από τη δουλειά της. Αν σκεφτούμε ότι η ιδέα της εγκατάστασης προήλθε όταν έφτιαχνε το βιβλίο της Συλλογική Αυτοβιογραφία, τότε το έργο αυτό μετατρέπεται σε ένα βιβλίο που γίνεται τρισδιάστατο και τοποθετείται στον χώρο. Τα συρτάρια που ανοίγουν και κλείνουν γίνονται οι σελίδες του.
H Λοϊζίδου oργανώνει έναν παλαιό χώρο, τον ανακατασκευάζει, τοποθετεί καινούργια ράφια και προθήκες. Δημιουργεί χώρο. Ακόμα και το σημείωμα που επεξηγεί το έργο μοιάζει με ένα τοπογραφικό αυτού του χώρου. Καλεί τον θεατή όχι απλά να δει έργα, αλλά να επισκεφτεί έναν χώρο. Μας καλεί να επισκεφτούμε τον χώρο της ανάμνησης.
Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης,
Βασ. Γεωργίου Β' 17 - 19 και Ρηγίλλης