Του Νίκου Κουρμουλή
Σαν εναλλακτικός τίτλος θα μπορούσε να μπει η ρήση πολλών επιφανών επιστημόνων, ότι δηλαδή η παγκοσμιοποιημένη αγορά, σκοτώνει τον παραδοσιακό καπιταλισμό. Και πιο συγκεκριμένα την οικογενειακή επιχείρηση, τη ραχοκοκαλιά της ιταλικής οικονομίας, θα προσέθετε ο Εντοάρντο Νέζι. Η εμπειρία του από την επί δεκαπενταετία εργασία του σε κλωστοϋφαντουργία στο Πράτο της Τοσκάνης ήταν το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του κοφτερού σε πνεύμα βιβλίου. Ένα βιβλίο, που ακροβατεί μεταξύ μυθιστορήματος, δοκιμίου και αγανάκτησης για τον λαϊκομπαρόκ τεχνοκρατισμό της Ιταλίας. Εκτός από επίκαιρο, προσφέρει και βαθιά γνώση για το πώς μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης κατέληξε να είναι στο χείλος του γκρεμού και να βουτά προς την άβυσσο.
Ο Εντοάρντο Νέζι με αδρές πινελιές σκιαγραφεί την πορεία του εαυτού του από τα εφηβικά χρόνια μέχρι και το λουκέτο της επιχείρησης. Μια πορεία τεθλασμένη, που κρύβει πολυποίκιλες ματαιώσεις. Παράλληλα, μέσα από τις αφηγήσεις της κοινότητας των κλωστοϋφαντουργών του Πράτο, ζωντανεύουν τα ανάμματα των προσδοκιών για μια άλλη Ευρώπη. Πιο δίκαιη, πιο δημοκρατική. Ο Νέζι εξαπολύει τα βέλη του κατά του Μπερλουσκόνι, δίχως να αφήσει εκτός τον Μόντι. Ενώ δεν ξεφεύγει από την οξυδερκέστατη κριτική του ο κύριος Ρομάνο Πρόντι. Ο οποίος με διακηρύξεις περί εξάπλωσης της επιχειρηματικότητας, φτηνών μεροκάματων και ανοιχτών συνόρων, κινεζοποίησε την εργασία, ξεκινώντας τη διάλυση της ραχοκοκαλιάς του κράτους πρόνοιας και του ευγενούς ανταγωνισμού.
Εκείνο που καταπατήθηκε κατά τον Νέζι που ώρες-ώρες η γραφή του έχει τη χροιά ενός Νόρμαν Μέιλερ, είναι το ζωτικό όνειρο. Όχι η ψευδαίσθηση ενός πλαστικού πλούτου, αλλά το αγόγγυστο σπρώξιμο προς τα μπρος, με γνώμονα τη βελτίωση της κοινωνικής συνθήκης. Ιδιαίτερα στις πολιτείες του ευρωπαϊκού Νότου, όπου οι ήττες (πολιτικές και οικονομικές) έχουν ζώσει το συλλογικό τους ασυνείδητο, ένα προοδευτικό κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στις αρχές της αμοιβαιότητας και του πλουραλισμού φαινόταν ελκυστικό. Όμως εις το όνομα της προόδου έγιναν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Ο Εντοάρντο Νέζι κάθε άλλο παρά μοιρολάτρης είναι. Το αντίθετο μάλιστα. Σαν αμφισβητίας των κυρίαρχων δογμάτων (για παράδειγμα, το θέσφατο της ομογενοποίησης ανθρώπων με προϊόντα χρηματιστηριακών δεικτών), νιώθει να διογκώνεται μέσα του η πολεμική εναντίον της καταπάτησης του δικαιώματος στην ελεύθερη βούληση. Του δικαιώματος για αυτοκριτική και αυτοδιάθεση της σκέψης, έξω από επιβαλλόμενα σχήματα.
Ένα οδοιπορικό στα σκύβαλα μιας προικοθηρικής πολιτικής ατζέντας, αρκούντως νεοφιλελεύθερης, που αρέσκεται να ποδηγετεί το λογισμικό της. Έτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο χρήστης παθαίνει μπλακ-άουτ. Οι κοινωνίες της Ευρώπης, κατά τον Νέζι, βρίσκονται ακριβώς εδώ. Στο στάδιο της άρνησης της ίδιας τους της συνοχής. Με τη μελαγχολία για τη γενιά του (ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1964) να κορυφώνεται με μια εκπληκτική κλιμάκωση προς το τέλος του βιβλίου, ο Νέζι αποκρυσταλλώνει την πορεία της σύγχρονης ιταλικής σκέψης που συντάσεται με την ευρύτερη έννοια στην Αριστερά. Εκεί ο συγγραφέας, αποτυπώνει ένα άνυδρο τοπίο, που ως επί το πλείστον έχει προέλθει από απανωτές διαψεύσεις. Η φράση του Πολ Νιούμαν, «Τον περισσότερο χρόνο στη ζωή, αισθανόμαστε χαμένοι», από την ταινία «Η Ετυμηγορία», που αναφέρεται εμφατικά από τον Νέζι, χαρακτηρίζει την ωμή κατεδάφιση, του ιταλικού θαύματος. Κλειδί του μέλλοντος, η υπέρβαση.
Εντοάρντο Νέζι, "Οι δικοί μου άνθρωποι"
μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Καστανιώτη
σελίδες: 144, τιμή: 10 ευρώ