Κάπου στην Κρήτη, σε μια επαρχία που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε, τοποθετεί ο Δημήτρης Σαμόλης, τον ήρωα που σχεδόν φαντάστηκε την ώρα που έγραφε, για να τον παραστήσει τελικά ολοζώντανο στη σκηνή του Μικρού Γκλόρια.
Εκεί, στη μέση αυτής της σκηνής, ο Δημήτρης Σαμόλης, γεννάει έναν ήρωα και μας καθιστά μάρτυρες της ιστορίας του, της ομολογίας του, της μαρτυρίας του. Ξεπηδώντας από ένα κασόνι, ένα κουτί γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, ο ήρωας εξοπλίζεται με μια βαθιά εξομολογητική διάθεση και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του, σε ένα ειλικρινές ταξίδι υπενθύμισης.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δεν μιλάει, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης. Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, που η μόνη του αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην «Αγία ελληνική οικογένεια», μέσα στην «Αγία ελληνική κοινωνία», που ότι δεν καταλαβαίνει, ότι δεν χωράει στα ασφαλή σύνορα της , συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Η ιστορία τοποθετείται στην επαρχία ολόσωστα, όχι για να ξεπλύνει τις μεγαλουπόλεις, αλλά για να λειτουργήσει σαν ένας συναισθηματικός μεγεθυντικός φακός, που δεν θα επιτρέψει στους θεατές να πάρουν απόσταση από αυτό που συμβαίνει δίπλα τους στη σκηνή, όπως ακριβώς συνηθίζουμε να κάνουμε προσπερνώντας όσα συμβαίνουν δίπλα μας στη πραγματική ζωή. Αυτός ο μονόλογος, μας εξαναγκάζει γλυκά και τρυφερά σε μια ολομέτωπη επαφή με την αλήθεια.
Γιατί το κείμενο, είναι εν τη γενέσει του αποφασισμένο να μην επιτρέψει παραστατικά τουλάχιστον να αφηγηθεί απλά μια ιστορία που κάτι μας θυμίζει. Έχει αυτή την ορμή της θύμησης. Έχει από κάτω άθελά του καταπιεί δεκάδες πραγματικές ιστορίες που το οπλίζουν με αυτή την υπενθυμιστική δύναμη που τα βάζει με τη λήθη. Είναι ένα τρυφερό και ταυτόχρονα επιθετικό «όχι», σε όσους επιλέγουν και συνεχίζουν να είναι αυτό που είναι, ξεχνώντας αυτόματα ότι κάποιοι άλλοι, εκεί δίπλα τους, δεν επιλέγουν, επειδή απλά είναι αυτό που είναι. Και όχι, η ιστορία και ο αναπόσπαστος ήρωάς της, δεν κουνούν το δάχτυλο, ούτε μοιράζουν ευθύνες. Ο ήρωας είναι εκεί, γυμνός με τη μνήμη του, για να μας παρασύρει σε έναν από κοινού θεατρικό αγώνα ενάντια στη λήθη.
Χωρίς ίχνος διδακτισμού και με μια λεκτική απλότητα που δημιουργεί μια τρυφερή και απαραίτητη οικειότητα, ο Δημήτρης Σαμόλης, πετάει στη σκηνή έναν ήρωα μωσαϊκό άθροισμα queer ταυτοτήτων, που ασφυκτιούν στην τοξική αρρενωπότητα που καταδικάστηκαν να αναπνέουν σε κάθε δρόμο, σε κάθε μονοπάτι αυτής της ζωής.
Ο ολοκληρωμένος χειροποίητος και εφευρετικός σκηνογραφικός κόσμος γεμάτος σκηνικές εκπλήξεις του Λουκά Μπάκα και μια σκηνοθεσία σε εγρήγορση που σπάει το φράγμα θεατή και σκηνής του Μάριου Κακουλλή, εξοπλίζουν το Δημήτρη Σαμόλη με αμεσότητα και διαρκή κατάματη σχέση με τους θεατές , αφήνοντάς τον ελεύθερο να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα, που σκαλίζει τη μνήμη μας αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Αυτός ο μονόλογος που ξεκίνησε να αναπνέει μέσα στην πόλη, είναι μια ολοκληρωμένη και μεστή θεατρική στιγμή που αναμφίβολα θυμίζει και υπογραμμίζει μια από τις κύριες και ουσιαστικές λειτουργίες του Θεάτρου. Την αέναη μάχη του με τη λήθη και την επιβεβλημένη κανονικότητα. Αφήστε αυτές τις queer στρακαστρούκες να σκάσουν μέσα σας. Και ας πονούν.
Info Παράστασης
Κάθε Τετάρτη στις 20.00
και Κυριακή στις 18.00 στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια