Συναντηθήκαμε με την Ταμίλλα Κουλίεβα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης ανάμεσα στις τελευταίες πρόβες της παράστασης «Ο Σεργκέι είναι και πολύ βλάκας», που η ίδια μετέφρασε και σκηνοθετεί, και το οποίο κάνει πρεμιέρα την Τρίτη 7 Νοεμβρίου. Με αυτόν τον πηγαίο δημιουργικό ενθουσιασμό της νέας της σκηνοθεσίας, που παρέσυρε την κουβέντα μας υπό τη συντροφιά των ήχων από τις φωτογραφικές αποτυπώσεις του Παύλου Παρασκευά, μιλήσαμε για το παρελθόν και το παρόν, χτίζοντας μια μοναδική γέφυρα ανάμεσά τους. Με τον ίδιο ενθουσιασμό μάς μίλησε και για το «Da» στο οποίο πρωταγωνιστεί μαζί με τον Γρηγόρη Βαλτινό και εκλεκτούς συναδέλφους της στο Θέατρο Ιλίσια, αλλά μας άφησε να τη γυρίσουμε και πίσω στις μεγάλες τηλεοπτικές της επιτυχίες, σε μια εποχή που την έκανε να χαμογελάσει με μια γλύκα στα μάτια. Η Ταμίλλα Κουλίεβα είναι μια σπουδαία και καταρτισμένη ηθοποιός και σκηνοθέτρια, αλλά το πιο σπουδαίο που αποκάλυψαν οι λέξεις της σε αυτή μας τη συνάντηση είναι το ήθος, η αγάπη και ο σεβασμός για τη δουλειά της, και ένα αξιακό σύστημα που αντέχει στις δονήσεις. Αυτή είναι η Ταμίλλα Κουλίεβα.
Συνέντευξη στον Χρήστο Τζίφα
Φωτογραφίες για την ΑΥΓΗ: Παύλος Παρασκευάς
Πώς φτάνει στα χέρια σας το έργο «Ο Σεργκέι είναι και πολύ βλάκας»;
Εδώ και χρόνια ψάχνω ένα έργο σύγχρονης δραματουργίας που να είναι καλογραμμένο, να μας αφορά όλους και να είναι αυτό που λέμε καλή δραματουργία. Δεν είναι τυχαίο που απευθυνόμαστε συνεχώς στο κλασικό ρεπερτόριο. Υπάρχει μια τάση στους μεγάλους συγγραφείς να γενικεύουν τα πράγματα και να μιλάνε για αιώνια ζητήματα που δεν παύουν να μας απασχολούν. Στη σύγχρονη δραματουργία τα τελευταία χρόνια κάτι γίνεται. Είναι πολύ λίγα τα έργα που πραγματικά αξίζει να ασχοληθείς. Ήμουνα σε μια αναζήτηση κάποιων κειμένων.
Πιστεύετε ότι έχει να κάνει με την εποχή αυτή η έλλειψη σπουδαίων σύγχρονων κειμένων;
Σίγουρα η εποχή γεννάει την προσωπικότητα. Κάθε εποχή γεννάει κάποιες προσωπικότητες που μας σημαδεύουν και μένουνε στην Ιστορία. Μπορεί μετά από χρόνια και εμείς να αφήσουμε κάποιες τέτοιες σπουδαίες προσωπικότητες. Δεν το ξέρουμε αυτό. Αυτό το έργο το ανακάλυψα όταν είχα την πολυτέλεια χρόνου μέσα στην καραντίνα που διάβαζα. Μου άρεσε που μέσα από μια παράδοξη συνθήκη που ακουμπά τα όρια του θεάτρου του παραλόγου μάς μιλά για την πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Για μένα είναι σημαντικό να μιλήσουμε μέσα από σύγχρονα κείμενα γι’ αυτά που μας απασχολούν τη δεδομένη στιγμή. Το θέατρο υπάρχει εδώ και τώρα, πρέπει να μας ακουμπά και να μας μιλά σήμερα γι’ αυτά που συμβαίνουν. Είναι μια μαύρη κωμωδία. Ήθελα να συνομιλήσω μέσα από αυτό το έργο, να εκφράσω πράγματα που απασχολούν εμένα την ίδια, παρατηρώντας την πραγματικότητα. Ζητήματα αποκλεισμού, φόβου, χειραγώγησης από πλευράς συστήματος, που εισβάλλει στα σπίτια μας και πως μέσα σε όλο αυτό πρέπει καθένας μας να έχει την ατομική και προσωπική ευθύνη γι’ αυτά που ζούμε. Αυτό είναι το έργο. Βαδίζει δραματουργικά στην κόψη του ξυραφιού και με χιούμορ οδηγεί στη συνειδητοποίηση της αλήθειας. Ένας πιτσιρικάς προγραμματιστής, ο οποίος δουλεύει από το σπίτι διαδικτυακά, που πλέον είναι το σύνηθες, δέχεται εισβολή από τρεις κούριερ και μετά από αυτή την επίσκεψη αλλάζουν όλα.

Νιώθω ότι σας επηρέασε πολύ η καραντίνα. Τη βιώσατε δύσκολα;
Όχι, αντιθέτως. Νομίζω ότι βγήκα πολύ κερδισμένη από αυτή την ιστορία. Γιατί συνειδητοποίησα πολλά πράγματα. Συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο για τον εαυτό μου. Αναθεώρησα πράγματα για τη ζωή γενικά και για τις προσωπικές μου επιλογές. Εγώ χρειαζόμουν σίγουρα μια αντίσταση, ένα στοπ, μια παύση.
Σας είχε παρασύρει η ταχύτητα και της δουλειάς και της ζωής;
Ναι, σίγουρα. Παρόλο που τους τελευταίους δύο μήνες μπήκα πάλι σε αυτόν τον ρυθμό, αλλά συνειδητά πια. Έχει αλλάξει πολύ η ζωή μας. Έχει αλλάξει η εποχή μας, έχει αλλάξει ο ρυθμός μας. Γίνονται τόσα πράγματα στον κόσμο. Ένας ακόμα λόγος που μου άρεσε αυτό το έργο είναι που μιλάει και για εισβολή στον προσωπικό χώρο του ανθρώπου. Το θέατρο και ο καλλιτέχνης πρέπει να βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά. Τελευταία, τα γεγονότα τρέχουν με τέτοια ταχύτητα που μας ξεπέρασαν. Μας ξεπέρασαν τα πράγματα για τα οποία καλούμαστε να μιλήσουμε από τη σκηνή.

Βγήκαν στο φως πολλές καταγγελίες για εξουσιαστικές συμπεριφορές από σκηνοθέτες. Τελικά, υπάρχει σκηνοθεσία χωρίς εξουσία;
Εγώ έμαθα το θέατρο να σημαίνει δημιουργία, συνολική δουλειά, συνεργασία. Να είμαστε όλοι μαζί σε ένα πολύ δημιουργικό ταξίδι, να ανακαλύψουμε πράγματα και να φτιάξουμε ένα «θέαμα» για να επικοινωνήσουμε με τον κόσμο. Όλοι μαζί. Βεβαίως, στο θέατρο υπάρχει ιεραρχία. Αλλά δεν είναι θέμα εξουσίας και πώς την εξασκώ, την επιβάλλω και την εκμεταλλεύομαι. Καμία σχέση.
Ησασταν πάντα τόσο τυχερή;
Αυτό που περιέγραψα είναι το πώς βλέπω εγώ το θέατρο. Γιατί το θέατρο ασχολείται με τον άνθρωπο. Αν ένας άνθρωπος, ένας καλλιτέχνης, ένας σκηνοθέτης είναι ικανός να εκμεταλλεύεται τη θέση του, την εξουσία του, εκεί η δημιουργία σταματά. Και σταματά και ο λόγος να ασχοληθείς με αυτό το επάγγελμα. Το θέατρο κινείται γύρω από τον άνθρωπο.

Όταν σας σκηνοθετούν, πώς λειτουργείτε;
Εγώ συνομιλώ. Και σίγουρα προσπαθώ να υπηρετήσω από την πλευρά μου το κομμάτι της δημιουργίας που μου αναλογεί. Ως ηθοποιός δεν έχω την ευθύνη για το συνολικό αποτέλεσμα. Μόνο ο σκηνοθέτης ξέρει τι θέλει να πει με το συγκεκριμένο έργο και πού θέλει να πάει. Δεν είναι τυχαίο που ανεβαίνουν κάποια έργα τόσες φορές. Κάθε φορά η παράσταση είναι διαφορετική. Έχει σχέση με το όραμα του σκηνοθέτη και τι θέλει να πει κάθε φορά. Οπότε εγώ υπηρετώ. Αλλά μέσα από μια δημιουργική διαδικασία πάντα.
Η πρώτη σας τηλεοπτική δουλειά ήταν το «Η ζωή που δεν έζησα», που έγινε χαμός. Τι θυμάστε από τη σειρά και εκείνη την εποχή;
Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ τυχερή που η πρώτη μου τηλεοπτική δουλειά ουσιαστικά ήταν «Η ζωή που δεν έζησα». Είχαμε πολυτέλεια χρόνου. Ξεκίνησα να κάνω τηλεόραση με πολύ διαφορετικές προδιαγραφές. Κάναμε πρόβες, είχαμε σχεδόν όλα τα σενάρια γραμμένα. Ξέραμε τι μας ξημερώνει. Κάναμε πρόβες κανονικά. Οπότε όταν βρεθήκαμε στον χώρο των γυρισμάτων, ήτανε πλέον δουλεμένα και το κείμενο και οι σχέσεις. Υπήρχε μια προετοιμασία πολύ πιο ουσιαστική. Νόμιζα ότι θα είναι έτσι και στις επόμενες δουλειές. Θυμάμαι κάτι αστείο. Οι τηλεοπτικές δουλειές έχουν μια διαφορετική διάρκεια. Δεν είναι ούτε ταινία ούτε η παράσταση. Οπότε κάποιες σκηνές είναι διεκπεραιωτικές. Ξυπνάει ο ήρωας και λέει: «Να σου φτιάξω έναν καφέ;». Εγώ έψαχνα τι υπάρχει από πίσω. Τι εννοεί; Γιατί έτσι είχα μάθει. Και θυμάμαι ότι το συζητήσαμε με την κυρία Παπαοικονόμου κάποια στιγμή και μου λέει: «Δεν εννοείς τίποτα, δεν υπάρχει τίποτε από πίσω. Λέει απλά αν θες καφέ, τίποτε άλλο» (γέλια). Αυτή ήταν η δυσκολία μου.

Αυτή η απότομη δημοσιότητα σας ζόρισε;
Στην αρχή με ζόρισε, είναι αλήθεια. Βρέθηκα τελείως ανέτοιμη να το αντιμετωπίσω όλο αυτό. Ήτανε πολύ μεγάλη αλλαγή. Με ζόρισε στην καθημερινότητά μου. Δεν ήμουν έτοιμη να αντιμετωπίσω όλη αυτή τη δημοσιότητα. Αλλά ο κόσμος ήτανε πολύ ζεστός και ανοιχτός και μου μιλούσε, αλίμονο. Εξέφραζε τη γνώμη του, την άποψή του και είχε την ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί μου. Τώρα δεν μου είναι δύσκολο, μου είναι και ευχάριστο μπορώ να σας πω. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας.
Ήταν όλα φιλόξενα για σας σε αυτόν τον χώρο;
Είναι πολύ δύσκολος ο χώρος. Είναι από τα πιο ανταγωνιστικά επαγγέλματα. Για όλους.
Γιατί πιστεύετε ότι είναι τόσο ανταγωνιστικός;
Γιατί έχει να κάνει με προβολή. Πολύς κόσμος έχει την επιθυμία να ασχοληθεί με το θέατρο. Και πολλές φορές ακούω, θέλω να γίνω ηθοποιός, γιατί στην πρώτη Λυκείου έπαιξα και μ’ άρεσε. Δεν είναι αυτός λόγος να κάνεις θέατρο. Για μένα το θέατρο είναι επιστήμη. Υπάρχουν πολύ σοβαρά πανεπιστήμια στον κόσμο εδώ και 100 χρόνια. Πρέπει να μάθεις πώς φτιάχνεις τη βάση. Σκάβεις, βάζεις κολόνες. Υπάρχει τεχνική. Αυτή την τεχνική στη μαθαίνει η σχολή.

Δίνετε πολύ μεγάλη βάση στις σπουδές.
Πάρα πολύ. Και νομίζω ότι δεν θα τολμούσα ποτέ να κάνω σκηνοθεσία αν δεν είχα σπουδάσει και σκηνοθεσία. Γιατί ξεκίνησα τις σπουδές μου στη σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο Πολιτισμού, έτσι λέγεται. Υπάρχουν κάποια εργαλεία τα οποία πρέπει να τα κατέχεις για να τα χρησιμοποιήσεις. Πώς αλλιώς; Είναι πολύ δύσκολο το επάγγελμα του ηθοποιού. Δεν υπάρχει παρτιτούρα. Την ανακαλύπτεις κάθε φορά. Γι’ αυτό χρειάζονται οι σπουδές.
Σας προβλημάτισε όλο αυτό με τα πτυχία των ηθοποιών που θεωρούνται ακόμα και σήμερα απόφοιτοι Λυκείου;
Αυτή είναι δυστυχώς η στάση της Πολιτείας απέναντι στις παραστατικές τέχνες. Με στεναχώρησε πολύ. Ειδικά στην Ελλάδα, που γεννήθηκε το θέατρο και έδωσε τα φώτα σε όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι οι σπουδές ψηλά. Και συμβαίνει το αντίθετο. Σε όλες τις άλλες χώρες είναι ψηλά και σ’ εμάς χαμηλά. Γιατί; Είναι εντελώς παράδοξο. Πρέπει να έρχονται εδώ να μαθαίνουν το θέατρο οι άνθρωποι. Και να διδάσκεται αρχαία τραγωδία. Ήμουν τυχερή που τελείωσα αυτό το πανεπιστήμιο. Είχαμε 36 μαθήματα και δουλεύουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Όπως και να ’χει, ακόμη και έτσι όπως είναι τα πράγματα στην Εκπαίδευση δεν μπορούμε να θεωρούμε έναν ηθοποιό που έχει σπουδάσει απόφοιτο Λυκείου. Ισοπεδώνουμε τα πάντα. Ισοπεδώνουμε ακόμα και την επιθυμία ενός νέου ανθρώπου να ασχοληθεί με το θέατρο.
Πείτε μου για το «Da» που σας βρίσκουμε στη σκηνή.
Είναι μια πολύ ωραία παράσταση έτσι όπως είναι δομημένη και έτσι όπως συναντιόμαστε με τους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή. Υπάρχουν αυτή η χημεία και η ενέργεια. Κάτι γίνεται. Είναι μια συνάντηση για δεύτερη φορά με τον Γρηγόρη Βαλτινό, που ξέρεις ότι επί σκηνής αυτό που κάνεις σε πάει ένα βήμα παρακάτω. Είναι ωραίο θέμα. Δεν αφήνει κανέναν απέξω για τη σχέση καθενός μας με τους γονείς μας. Αυτή η σχέση που μας ακολουθεί πάντα. Αυτό το έργο έγινε και για μένα προσωπικά η αφορμή να ψάξω περισσότερο τη σχέση που έχω με τους γονείς μου και είχα με τον πατέρα μου. Να κάνω αυτόν τον διάλογο που κάνει επί σκηνής το παιδί με τον γονιό που «έφυγε».

Τι ανακαλύψατε από αυτόν τον διάλογο που κάνατε επί προσωπικού;
Ότι ο Da για μένα είναι η μητέρα μου. Έχουμε μια τάση να απορρίπτουμε τους γονείς. Τους αγαπάμε, δεν τους επιλέγουμε, αλλά τους απορρίπτουμε κιόλας. Και υπάρχουν ένας ιστορικός διάλογος και μια πάλη. Μια φράση στο τέλος του έργου τα λέει όλα: «Οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι, αρκεί να αγαπάνε τα παιδιά τους».
Οι γονείς σας στήριξαν την επιλογή σας να κάνετε θέατρο;
Ναι, με στήριξαν. Στη Ρωσία ένας καλλιτέχνης θεωρείται ένας άνθρωπος προοδευτικός, που γνωρίζει κάτι παραπάνω. Ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας διανοούμενος. Τους έχουμε πολύ ψηλά. Αυτή την εικόνα είχαν και οι γονείς μου. Απλώς απόρησαν με την επιλογή γιατί και οι δύο ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες και τους ήρθε ξαφνικό.
Ποια είναι η σχέση σας με την Αθήνα;
Την αγαπάω πολύ την Αθήνα. Τη βρίσκω όμορφη. Αυτή η ξεχωριστή ενέργεια που υπάρχει είτε όταν βρίσκομαι κοντά στην Ακρόπολη είτε είμαι στο βουνό του Υμηττού που περπατάω και βλέπω όλη την Αθήνα, κάθε φορά μού γεννιέται αυτό το συναίσθημα. Έχει πολύ ξεχωριστή ενέργεια και πολύ ξεχωριστό πρόσωπο αυτή η πόλη. Δεν θα αναφερθώ σε κάποια πράγματα τα οποία όλοι βλέπουμε και δεν μας αρέσουν, αλλά σίγουρα αφουγκράζεσαι κάτι διαφορετικό.