Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να διαβάζει τα κείμενα, κυρίως τα κλασικά. Από την εποχή της οικονομικής κρίσης, που μας σύστησε τον πολιτικό Παπαδιαμάντη μεταφέροντας με μοναδικό τρόπο στη σκηνή τους «Χαλασοχώρηδες», μέχρι τώρα, που με το «Ξύπνημα της Άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ εκμηδενίζει την απόσταση από τη βικτωριανή Ευρώπη έως τη σημερινή συνθήκη, αναδεικνύει τη διαχρονικότητά τους, τα φέρνει στην εποχή μας γεμάτα χυμούς και φρεσκάδα. «Οι παραστάσεις που σκηνοθετώ είναι κοινωνιοκεντρικές» λέει. Όμως σκηνοθετώντας ένα έργο για τα πάθη, τις αγωνίες και τις εκρήξεις των εφήβων, δημιούργησε ακόμα μία πρωτότυπη παράσταση, βγαλμένη λες από τις ψυχές των σημερινών νέων. Με αφορμή το «Ξύπνημα της Άνοιξης», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Νous (Πατησίων και Τροίας), ο Κώστας Παπακωνσταντίνου ανοίγει το σκηνοθετικό εργαστήριο του και μας ξεναγεί στη γοητεία και στις δυσκολίες του θεάτρου, μιλάει για τους καλλιτέχνες στην περίοδο του επίμαχου Προεδρικού Διατάγματος, τις αγωνίες και την αγωνιστικότητά τους, επισημαίνει τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο θεατρικός χώρος αλλά και την «τεράστια πολιτισμική απόσταση» που χωρίζει την κυβέρνηση απ’ αυτούς και καταθέτει τη δική του πρόταση-πρόβλεψη. «Όσο δεν δίνεται λύση σε αυτά που δικαιούμαστε, προβλέπω και προτείνω και κάτι άλλο. Καλλιτεχνικό αντάρτικο πόλης!» λέει.
Οταν το 1891 ο Φρανκ Βέντεκιντ έγραψε το «Ξύπνημα της Άνοιξης», συνειδητά θέλησε να ταράξει τα ήρεμα νερά της βικτωριανής Ευρώπης. Εσείς ποια νερά θελήσατε να ταράξετε ανεβάζοντας τώρα αυτό το έργο;
Δεν θέλουμε να ταράξουμε νερά με την παράστασή μας. Πιο πολύ θα έλεγα πως θέλουμε να δώσουμε γαλήνη και παρηγοριά στους ανθρώπους που θα τη δουν.
Το «Ξύπνημα της Άνοιξης» πού και πώς συναντάει την εποχή μας;
Το κεντρικό θέμα του έργου είναι η απόσταση, η μη συνεννόηση της μιας γενιάς με την άλλη. Το αδιέξοδο να προσπαθείς να δώσεις απαντήσεις στην επόμενη γενιά μιλώντας με όρους της δικής σου. Οι έφηβοι του έργου ζουν την έκρηξή τους, στο σώμα τους, στο μυαλό τους, στο συναίσθημα και στις ιδέες τους. Φοβούνται, αγωνιούν, ονειρεύονται και αμφιβάλλουν για τα πάντα. Η αμφιβολία προχωράει τον κόσμο και οι «μεγάλοι», γονείς και δάσκαλοι, στέκουν αμήχανοι προσπαθώντας, με τις καλύτερες προθέσεις, να απαντήσουν σε σύγχρονα ερωτήματα με ξεπερασμένους όρους της προηγούμενης γενιάς. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτές τις συζητήσεις. Και για να δώσουμε πειστικές απαντήσεις, πρέπει πρώτα να ακούσουμε και να καταλάβουμε αυτούς που ρωτούν. Όλα αυτά δεν έχουν εποχή.
Τι σε προκαλεί στα κείμενα περασμένων εποχών;
Εχω σκηνοθετήσει αρκετά έργα νεοελληνικής λογοτεχνίας γραμμένα γύρω στο 1900, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Το «Ξύπνημα της Άνοιξης» ως επιλογή ακολούθησε λίγο τη λογική με την οποία είχα επιλέξει και τον «Βόιτσεκ». Ως κλασικό, αποτελεί θεατρική πρόκληση το ανέβασμά του. Τι έχεις να καταθέσεις θεατρικά σε ένα έργο που το έχουν ανεβάσει ήδη πολλές φορές καταξιωμένοι σκηνοθέτες και θίασοι. Να πω ενδεικτικά ότι για την παράστασή μας έγινε καινούργια μετάφραση από την Αλεξάνδρα Βουτζουράκη, η οποία συμμετείχε ενεργά στις πρόβες και στη δημιουργία της παράστασης. Θεωρώ σημαντικό ότι από αυτή την παραγωγή, μετά το τέλος των παραστάσεων, θα μείνει για τους επόμενους μια καταπληκτική μετάφραση πάνω σε ένα κλασικό έργο. Η ίδια λογική υπήρχε και στη σκηνοθεσία που είχα κάνει στον «Βόιτσεκ» του Γκέοργκ Μπίχνερ που είχαμε ανεβάσει με την ομάδα «Ξανθίας» και τη σημαντική δουλειά που είχε κάνει ο Αλέξης Μάινας στη μετάφραση και τη δραματουργική επεξεργασία του έργου.
Και οι δύο αυτές παραστάσεις επιχορηγήθηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού. Ήταν, δηλαδή, επιλογές κλασικών έργων με απαιτήσεις στο κομμάτι της παραγωγής με τα οποία καταθέσαμε προτάσεις στο πρόγραμμα επιχορηγήσεων.
Τι σε δυσκόλεψε σ’ αυτό το έργο, δεδομένου ότι είναι πολύ δημοφιλές στους Έλληνες σκηνοθέτες;
Το έργο είναι πολύ καλό, αλλά η αλήθεια είναι πως έχει και κάποια δραματουργικά κενά. Έπρεπε λοιπόν αρχικά να τα εντοπίσουμε και να τα ξεπεράσουμε. Έπειτα, έπρεπε να είμαστε επιδραστικοί στο σήμερα, αφηγούμενοι μια παλιά ιστορία. Έπρεπε δηλαδή να διαχωρίσουμε το παλιό της πλοκής από τη διαχρονικότητα του θέματος για να μπορέσουμε να έχουμε έναν σύγχρονο λόγο. Και όλα αυτά χωρίς να αλλοιώσουμε το κείμενο. Νομίζω ότι τα καταφέραμε.
Σε ποια εργαλεία στρέφεσαι για το ανέβασμα κάθε νέας παράστασης;
Οι παραστάσεις που σκηνοθετώ θα έλεγα ότι είναι κοινωνιοκεντρικές. Δεν αναλύουμε τους ρόλους ψυχαναλυτικά. Δεν μας ενδιαφέρουν τόσο τα προσωπικά κίνητρα ενός ήρωα όσο οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει και δρα και πώς οι συνθήκες αυτές ορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση του. Κεντρικός ήρωας της ιστορίας μας είναι πάντα το «χωριό». Δραματουργικά οι αφηγήσεις μας ξεκινούν: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χωριό ή μια κοινότητα ανθρώπων. Εστιάζουμε στην ιστορία και μελετάμε το πώς οι δομές επηρεάζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων.
Από την άλλη, δεν στεκόμαστε στους ρόλους, αλλά στους ηθοποιούς. Δουλεύουμε πολύ στη σκηνική γνωριμία των ηθοποιών, στο να γίνουν καλοί συμπαίκτες. Οι ηθοποιοί συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία δημιουργίας της παράστασης. Ο ηθοποιός είναι δημιουργός πάνω στη σκηνή και όχι απλός εκτελεστής της επιθυμίας του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη. Δοκιμάζουμε ένα θέατρο που γίνεται με δημοκρατικούς όρους μέσα σε ένα κλίμα συναδελφικότητας και συντροφικότητας.
Μου έχει τύχει πολλές φορές, ηθοποιοί που συνεργαζόμαστε για πρώτη φορά να ζητούν συγγνώμη γιατί πήραν τον λόγο και είπαν την άποψή τους στην πρόβα. Αυτό δείχνει ότι η κουλτούρα εξουσίας της σκηνοθεσίας καλά κρατεί ακόμη. Στις δικές μας παραστάσεις προσπαθούμε να το ανατρέψουμε.
Πόσο εύκολο είναι να είσαι σκηνοθέτης, καλλιτέχνης γενικά, στην εποχή μας;
Στην εποχή μας είναι πολύ εύκολο να είσαι καλλιτέχνης και να δημιουργείς. Είναι πολύ δύσκολο όμως να μπορείς να ζεις από αυτό.
Εσύ έχεις συναντήσει ιδιαίτερες δυσκολίες;
Από την περίοδο της κρίσης και μετά, ναι. Ως ηθοποιός, πρόλαβα πιο καλές εποχές. Τώρα δεν έχουμε καν συλλογικές συμβάσεις, τι να συγκρίνουμε; Με την κρίση όμως, μην έχοντας κάτι να χάσω, τόλμησα να σκηνοθετήσω. Αυτό πήγε πολύ καλά και συνέχισα να σκηνοθετώ παραστάσεις. Η σκηνοθεσία μού άνοιξε και τον δρόμο της διδασκαλίας, που επίσης αγαπώ να κάνω. Ως σκηνοθέτης όμως είμαι κάπως έξω από δημόσιους οργανισμούς, ιδρύματα και μεγάλους παραγωγούς.
Δουλεύω κυρίως σε μικρές ανεξάρτητες παραγωγές. Όταν δουλεύεις έτσι, δεν φτάνει να είναι απλώς καλές οι παραστάσεις σου. Για να επιβιώσεις οικονομικά πρέπει να είναι συγκλονιστικές. Αυτό δεν είναι μόνο ανέφικτο, είναι και βαθιά προβληματικό.
Παρ’ όλα αυτά τι είναι εκείνο που σε κάνει να επιμένεις στην τέχνη σου και σε κινητοποιεί;
Το σαράκι για το θέατρο και η αγάπη για τον άνθρωπο, που μέσα από το θέατρο μπορώ να τη βιώνω. Το θέατρο είναι φόρουμ, είναι χώρος συνάντησης των ανθρώπων, χώρος μοιράσματος ιδεών και συναισθημάτων. Είναι χώρος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, είτε στην πρόβα είτε στην παράσταση, και μπορούν να φανταστούν τον κόσμο αλλιώς. Συζητούν για τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα και δημιουργούν μαγεία, συντονίζονται και διαστέλλουν τη στιγμή.
Είσαι κι εσύ ένας απόφοιτος Λυκείου;
Ναι, είμαι απόφοιτος δραματικής σχολής, αναγνωρισμένης από το κράτος ως ανώτερη, Τριτοβάθμια, αλλά με πτυχίο που το ίδιο κράτος με κατατάσσει στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Στην παράστασή σας διαβάζετε το κείμενο του ΣΕΗ. Πρόσφατα μάλιστα έκανε παρέμβαση το συντονιστικό της κατάληψης του κτηρίου Τσίλλερ.
Ο αγώνας των καλλιτεχνών τους τελευταίους μήνες είναι συγκινητικός. Οι καταλήψεις είναι πρότυπο αγώνα και αυτοοργάνωσης. Δεν ξέρω τι θα βγει πρακτικά από όλο αυτό, έχουμε πάντως κερδίσει την αξιοπρέπειά μας, τη συνοχή μας ως κλάδος, την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση αγωνιστικών διεκδικήσεων. Ό,τι κι αν γίνει, έχουμε συνέχεια. Μπροστά μας είναι οι συλλογικές συμβάσεις και όλα τα αιτήματα που τέθηκαν ξεκάθαρα σε αυτόν τον αγώνα. Το βάρος το σήκωσαν οι σπουδαστές. Οι σπουδαστές είναι η πρωτοπορία. Και πώς όχι; Αλίμονο αν τα σωματεία των επαγγελματιών ήταν πιο ριζοσπαστικά από τους φοιτητικούς συλλόγους. Οι επαγγελματίες ακολουθήσαμε μεν φιλότιμα, αλλά πολύ συντηρητικά. Όχι γιατί κάποιος πρόδωσε τον αγώνα ή έχει άλλα συμφέροντα, αυτά είναι απλοϊκές απολίτικες αρλούμπες. Ο λόγος που δεν ακολουθήσαμε ακόμη πιο θαρρετά είναι ακριβώς η επισφάλεια και η απορρύθμιση της δουλειάς μας. Είναι ο ίδιος λόγος που έχουμε μπροστά μας να εξαλείψουμε. Να ξαναφτιάξουμε ένα επάγγελμα όπου αξιοπρέπεια και ψυχική ανάταση θα νιώθουμε κάθε μέρα στην εργασία μας και όχι μόνο όταν τη σταματάμε για να αγωνιστούμε.
Αλλωστε, στο θέατρο είμαστε ήδη σε μια διαδρομή που η παλιά εξουσιαστική κουλτούρα ανατρέπεται από μια νέα κουλτούρα πιο δημοκρατική, μια κουλτούρα συλλογικότητας, συναδελφικότητας και συνδημιουργίας. Μια μάχη που εκφράστηκε με κορυφαίο τρόπο στο ελληνικό ΜeΤoo.
Θεωρείς ότι το ΜeΤoo δημιούργησε κάποιες ρωγμές και στο θέατρο και στην κοινωνία, άλλαξε κάποια πράγματα και μέχρι ποιο βαθμό;
Το κίνημα MeToo μάς έδωσε τα εργαλεία να αξιολογούμε αρνητικές εμπειρίες και συμπεριφορές. Όταν μας έχει συμβεί κάτι, να καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό και να μην κατηγορούμε τον εαυτό μας. Να βρούμε το θάρρος να μιλήσουμε σε κάποιον/α και αυτός/ή να μπορεί να καταλάβει. Να έχουμε θεσμικές διεξόδους για να βρούμε το δίκιο μας και να προστατέψουμε τις/τους υπόλοιπες/ους. Κακοποιητικές συμπεριφορές υπάρχουν ακόμη. Ο αγώνας είναι διαρκής. Κερδίζουμε έδαφος, χάνουμε έδαφος. Το καλό είναι ότι αυτή η συζήτηση έχει ανοίξει πλέον σε όλη την κοινωνία. Όταν οι άνθρωποι ζουν με αξιοπρέπεια και ελευθερία, τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι εύκολο να σταθούν. Όταν όμως οι άνθρωποι ζουν ταπεινωμένοι και με φόβο, είναι αλλιώς.
Ο Οστερμάγερ χαρακτήρισε το Π.Δ. πράξη εχθρότητας απέναντι στις τέχνες, τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό θεατρικό τοπίο. Αυτό που καταλαβαίνουν όλοι εντός και εκτός Ελλάδας γιατί νομίζεις ότι δεν μπορεί να το καταλάβει η ελληνική Πολιτεία;
Η Πολιτεία είναι έτσι κι αλλιώς δυσκίνητη, τα προβλήματά μας δεν είναι σημερινά. Το πρόβλημα με την παρούσα κυβέρνηση δεν είναι τόσο ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να τα λύσει, όσο ότι έχει μια τεράστια πολιτισμική απόσταση από τους περισσότερους καλλιτέχνες. Δεν θα μπορούσαμε καν να κάτσουμε μαζί στο ίδιο τραπέζι και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί για πάνω από 5 λεπτά. Θα βρίσκαμε και οι δύο μεριές κάποια δικαιολογία για να φύγουμε. Για να το πω αλλιώς, το ΚΚΕ μπορεί να κάνει αφιέρωμα στον Στ. Ξαρχάκο (όπως έκανε πρόσφατα στο ΣΕΦ), η σημερινή Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί. Δεν είναι ιδεολογικό το ζήτημα, είναι ευρύτερης αισθητικής. Η σημερινή κυβέρνηση, πέρα από τους ειλικρινείς ιδεολογικούς της φίλους, έχει επιλέξει να συνυπάρχει μόνο με αποστειρωμένους, συστημικούς καλλιτέχνες που κάνουν καριέρα σε διοικητικές θέσεις και έχουν απομακρυνθεί ξεκάθαρα από οποιαδήποτε επαφή με τον υπόλοιπο καλλιτεχνικό χώρο. Εμείς πάντως συνεχίζουμε. Συμπορευόμαστε με τα σωματεία και τις συλλογικότητές μας και περιμένουμε την εκδίκαση της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε λίγο καιρό θα έχουμε και εκλογές. Και για όσο δεν θα δίνεται λύση σε αυτά που δικαιούμαστε, προβλέπω και προτείνω και κάτι άλλο. Καλλιτεχνικό αντάρτικο πόλης!
Τι σημαίνει αυτό;
Καλλιτεχνικό ακτιβισμό. Εκεί που θα γίνουν προεκλογικές φιέστες και λουστραρισμένες εκδηλώσεις, να είμαστε κι εμείς εκεί με φαντασία και τέχνη να δημιουργήσουμε ρωγμές στην παραποιημένη πραγματικότητά τους. Και γενικότερα να βρισκόμαστε στην πόλη, απροειδοποίητα σε χώρο και χρόνο, να συναντηθούμε με τους υπόλοιπους ανθρώπους και να γίνουμε ορατοί με καλλιτεχνικές, κινηματικές δράσεις.