Ο δίσκος του Μανώλη Φάμελλου «Η Ζωή Είναι Σήμερα» είναι το ίδιο προσωπικός στιχουργικά όπως πάντα και ακόμα πιο «ανήσυχος» μουσικά Λίγο πριν την εμφάνιση του στο Roof Stage του «Gazarte» όπου θα τον παρουσιάσει για πρώτη φορά ζωντανά (και με την φιλική συμμετοχή της Δήμητρας Γαλάνη) την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου η συζήτηση μαζί του για αυτόν είχε μια ειλικρίνεια και ευθύτητα τις οποίες δεν συναντάς πολύ συχνά μιλώντας με άλλους/ες δημιουργούς.
Συνέντευξη στον
Θάνο Μαντζάνα
Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το ότι ακολούθησες μια αντίθετη δημιουργική διαδρομή από τους περισσότερους της γενιάς σου. Ενώ δηλαδή όταν ξεκίνησες με τους Ποδηλάτες τα ελληνικά μουσικά στοιχεία ήταν αρκετά, σιγά-σιγά τα απέβαλλες και ήδη από το «Η ευτυχία είναι αυτό...» κάνεις πια μια κιθαριστική (κυρίως) ποπ που συμβαδίζει με το διεθνές πλαίσιο του ιδιώματος, αλλά φυσικά ενταγμένη πλήρως στην εγχώρια πραγματικότητα και φυσικά με ελληνικό στίχο. Το συνειδητοποίησες όλο αυτό και ήταν προϊόν μιας διανοητικής διαδικασίας ή προέκυψε εντελώς αυθόρμητα μέσα από τη μουσική εξέλιξή σου;
Ναι, όντως είναι αστείο, δεν μοιάζει και τόσο σοφή επιλογή εκ των υστέρων, αλλά όταν το συνειδητοποίησα ήταν αργά για να γυρίσω πίσω. Αυτό νομίζω συνέβη ήδη από τον πρώτο μου προσωπικό δίσκο που κυκλοφόρησε το 1999 και, όπως σωστά παρατηρείς, σε αυτόν τον ορίζοντα κινούμαι έκτοτε. Πώς μου ήρθε και με φαντάστηκα έτσι; Ίσως να ένιωθα πως με αυτόν τον τρόπο θα αποτύχω καλύτερα! (γέλια) Ευτυχώς, είναι φορές που στον δρόμο αυτό νιώθω πως υπάρχει κάποιος προορισμός, άλλες όμως αισθάνομαι τελείως χαμένος και ότι μιλάω μια μουσική γλώσσα που σχεδόν μόνον εγώ καταλαβαίνω. Είναι γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια έπαιξα αρκετά υφολογικά, αλλά πίστεψα και πιστεύω πως είχα να πω περισσότερα γι’ αυτό το άγνωστο που με βρίσκεις τώρα. Τα περί ελληνικότητας είναι μια δύσκολη συζήτηση, δεν θέλω να μιλήσω εδώ για δυτικές και ανατολικές παραδόσεις, ούτε προσμείξεις και ποσοστώσες. Ό,τι αγαπώ και ό,τι έχει γράψει μέσα μου, τραγούδι της υπαίθρου, αστικό, υπεραστικό κ.λπ., είναι κομμάτι μιας ζωντανής αλυσίδας της οποίας ένας κρίκος είμαι κι εγώ.
Όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε κάποιος/οι με τους οποίους να μην ένιωσες απλά αυτό που λέμε «εκλεκτική συγγένεια» αλλά ότι όντως πηγαίνατε προς μια κοινή μουσική κατεύθυνση; Εγώ θα σκεφτόμουν, για παράδειγμα, τους Raining Pleasure, έστω κι αν είχαν αγγλικό στίχο.
Ναι, μάλιστα παρακολουθούσα και τη δισκογραφία τους! Να τονίσω όμως ότι πολλές φορές ο διάλογος είναι γονιμότερος με τους πιο απόμακρους συγγενείς σου ή και τους ξένους ολότελα, το ίδιο και η διακριτική ανταλλαγή δώρων. Υπάρχουν περιπτώσεις που με συγκινούν κεραυνοβόλα, νιώθω αυτοστιγμεί πως γνωρίζω τα πάντα γι’ αυτούς, αλλά πολλές φορές όταν ταυτίζομαι τόσο χάνω τη μαγεία του αγνώστου. Συναντώ παιδιά που παίζουν στον δρόμο και, ό,τι και να παίζουν, έχουν κάνει δικό τους το υλικό και με έναν τρόπο αναπάντεχο μου βάζουν ιδέες! Ωραίο το να αφήνεις μερικά νομίσματα και να φεύγεις πλουσιότερος!
Αν η «Μικρή ανθολογία δωματίου» που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2020 ήταν η αντίδρασή σου στην αρχή της πανδημίας και στο πρώτο lockdown, θα έλεγες ότι αυτός ο δίσκος φέρει το αποτύπωμα της πανδημίας για εσένα, στο γράψιμο των τραγουδιών δηλαδή ενσωματώθηκε -έστω και δίχως να το επιδιώξεις- ό,τι σου άφησε όλη αυτή η εμπειρία;
Η πρώτη ύλη, όπως και κάθε φορά άλλωστε, ήταν διάφορα ανεμομαζώματα, πρώιμα σκίτσα τραγουδιών δηλαδή που έμοιαζαν να έχουν μία συνάφεια. Ήταν όντως μια ιδιαίτερα «ατμοσφαιρική» εποχή και δεν μπορεί παρά να απαθανατίστηκε ηχητικά, τουλάχιστον στον δίσκο. Όμως και κάποιοι στίχοι μιλούν εμμέσως πλην σαφώς για το γενικότερο γίγνεσθαι. Από την άλλη, κάποιος αποσυνάγωγος όπως εγώ (από μερικές απόψεις τουλάχιστον) δεν πιάστηκε απροετοίμαστος στις ειδικές συνθήκες της πανδημίας. Εκτάκτως βέβαια στην παραγωγή χρειάστηκε να περάσουν ακόμα περισσότερα από το χέρι μου, ήταν από τη μία τα περιοριστικά μέτρα και από την άλλη υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα τα κάνω όλα μόνος μου, Δεν ξέρω ποιος κέρδισε και τι από αυτό το στοίχημα.
Πιστεύεις αλήθεια ότι η επίδραση και οι συνέπειες της πανδημίας στη ζωή της ανθρωπότητας, στον πολιτισμό, στη μουσική, στα πάντα είναι τόσο μεγάλη ώστε να πρέπει πια να μιλάμε για έναν κόσμο πριν και μετά από αυτήν; Και με την ευκαιρία, υπήρξε κάποιος άλλο γεγονός, προσωπικό ή μη, που να επέδρασε καθοριστικά στο γράψιμο αλλά και συνολικά στην υλοποίηση του δίσκου;
Είχα στις αρχές της πανδημίας μία απόκοσμη αίσθηση ότι όλο αυτό που χτίζαμε μέχρι τώρα έφτασε στα όριά του, εξαντλήθηκε. Ο κόσμος έμοιαζε να έχει υποχωρήσει στον εαυτό του, να έχει επιστρέψει στον πυρήνα του, να ομφαλοσκοπεί και να ανασυγκροτείται. Τελικά όμως όχι, είναι ένας κόσμος ακόμα πιο πελαγωμένος, πιο φοβισμένος, πιο μοναχικός αλλά και πιο καλωδιωμένος, οχυρωμένος στις απόψεις του, πολωμένος και επομένως ακόμα πιο επιρρεπής σε κάθε είδους παλαβομάρα. Σε προσωπικό επίπεδο, η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα με έκανε να χωνέψω ακόμα περισσότερο κάτι που τριγυρνούσε στο μυαλό μου τα τελευταία χρόνια, ότι οι περισσότεροι από εμάς που γράφουμε τραγούδια για μερικές δεκαετίες ήδη είμαστε πια σαν ναυαγοί και τα τραγούδια μας μηνύματα μέσα σε μπουκάλια. Ποιος ξέρει αν και πότε θα φτάσουν σε μια ακτή, μπορεί απλά να τα καταπιεί το κύμα των αλλαγών και να μην ακουστούν ποτέ. Έτσι κι αλλιώς, όμως, σε αυτόν τον ωκεανό που θα ανοιχτούν πρέπει να μάθουν να τα καταφέρνουν μόνα τους.
Έχω την αίσθηση ότι αν το «Η εποχή των σκουπιδιών» ήταν ένα «αστικό» album, της πόλης, αυτό αντίστοιχα είναι της υπαίθρου, του καθαρού αέρα και των ανοιχτών οριζόντων. Κάνω λάθος;
Όχι, δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόθεση από τη δική μου πλευρά, πάνω κάτω τόσα χρόνια τα ίδια και τα ίδια λέω. Τώρα όμως που το λες, γιατί όχι, αφού το νιώθεις, είναι αληθινό. Ίσως είναι το ηχητικό τοπίο που κάνει τη διαφορά, συζητάω μεν τα συνήθη θέματα, σε ένα άλλο περιβάλλον όμως, όπου όλα μπορεί να εξηγούνται αλλιώς. Αυτό το τελευταίο πάντως, ναι, είναι ένα «περιπατητικό», φωτογραφικό άλμπουμ, με πολλές ερημιές και ανοιχτά πεδία απ’ όπου έχει υποχωρήσει η ανθρώπινη παρουσία και εδώ βρήκα περισσότερη ησυχία για να ρεμβάσω αλλά και ελευθερία να παίξω.
Επίσης, ακόμα και οι τίτλοι δείχνουν ότι όσο εσωστρεφές ήταν το ένα τόσο εξωστρεφές είναι το άλλο, ή όχι;
Η θεματολογία δεν αλλάζει δραματικά, αν και θα έλεγα πως ο δίσκος αυτός αναφέρεται περισσότερο σε σκοτεινά προσωπικά ζητήματα. Ίσως βέβαια να λείπουν οι αυτοπροσωπογραφίες, αλλά επιστρέφει μια ερωτική θεματολογία, και επίσης μοιάζει περισσότερο ενεργό το δεύτερο πρόσωπο. Ας μείνουν όμως ανοιχτά και μερικά αινίγματα. Όταν χρειάζεται να περιγράψω αυτό που κάνω, να προσθέσω επεξηγηματικά σχόλια που μοιάζουν ίσως και με οδηγίες χρήσης, νιώθω ότι είναι μια κάποια παραδοχή της αποτυχίας μου.
Προσωπικά, ειδικά τα τρία πρώτα τραγούδια του «Η ζωή είναι σήμερα», παρά την περισσότερη ή λιγότερη μελαγχολία τους, μου φαίνονται απελευθερωτικά, αν όχι και λυτρωτικά. Είναι όντως έτσι;
Αν έτσι σε κάνουν να νιώθεις ναι, είναι... Εμένα με απελευθερώνει το να γράφω, τον ακροατή ελπίζω να τον κινητοποιεί αλλά και να τον λύνει το αποτέλεσμα. Το να δίνουμε ένα σχήμα σε αυτό το σκότος που μας κατατρώει, να το οριοθετούμε, είναι ήδη λυτρωτικό. Έτσι όχι μόνο το γνωρίζουμε καλύτερα, αλλά και το αιχμαλωτίζουμε κιόλας. Δεν είναι πλέον ένα σκιώδες άγνωστο, είναι ένα μέρος της αφήγησης και της ερμηνείας μας για τον κόσμο.
Στην «Η εποχή των σκουπιδιών» είχες συνεργαστεί σε αρκετά τραγούδια με τους Δραμαμίνη. Υπήρξε και αυτή τη φορά κάποιος/οι συνεργάτες που να συνέβαλαν πολύ στην τελική μορφή του ήχου και όχι μόνο του δίσκου;
Ο Βασίλης Κορρές, τακτικός συνεργάτης μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, με τον οποίο συναντιόμαστε συχνά στα μισά της διαδρομής έχοντας ο καθένας τη δική του αφετηρία. Φτάνουμε με έναν τρόπο στο ίδιο σημείο φέρνοντας ο καθένας τις δικές του ταξιδιωτικές εντυπώσεις.
Το «Insta Girl» είναι το τραγούδι που όχι μόνο προηγήθηκε του δίσκου, αλλά και διαφοροποιείται δραστικά, ακόμα και ηχητικά, από τα υπόλοιπα. Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη πηγή έμπνευσης γι’ αυτό και, κυρίως, απλά παρατηρείς ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο ή καταλογίζεις ευθύνες σε όσους/ες εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό;
Όχι, εγώ δεν μιλώ με αυτούς τους όρους, δεν καταλογίζω ευθύνες, δεν είμαι δημοσιογράφος ή τηλεοπτική περσόνα που θέλει να εκφράζει το κοινό αίσθημα ή να δίνει το ηθικό πρόταγμα. Δεν υπάρχει έλλειψη από δαύτους, στα ΜΜΕ και στο Διαδίκτυο υπάρχουν ολόκληρες στρατιές. Δεν είμαι ούτε και ανθρωπολόγος για να κάνω μια εμπεριστατωμένη ανάλυση. Δουλεύω μόνο με ό,τι καταγράφει η ματιά μου και ζωγραφίζω έναν τρόπο να υπάρχει ή να μην υπάρχει κανείς. Άλλωστε δεν είναι και η ανυπαρξία μια τραγωδία; Τυχαίνει να μιλάω εδώ για ένα κορίτσι ή αλλού για ένα αγόρι και να φωτίζω τις σκιές, τις ρωγμές στην εικόνα τους. Πιάνομαι από αυτό το μερικό προσπαθώντας να περιγράψω το όλον έτσι όπως φανερώνεται σε εμένα τουλάχιστον. Δεν είναι κανένα μανιφέστο, είναι απλά ο τρόπος μου και δεν φιλοδοξεί να είναι κάτι περισσότερο.
Είσαι γενικά αισιόδοξος για τον εαυτό σου, για την Ελλάδα, για τον κόσμο, για τη μουσική ή όχι;
Όχι, δεν είμαι. Τους αισιόδοξους τους έβλεπα πάντα με απορία, εντάξει, ίσως και με κάποιο κρυφό θαυμασμό. Εδώ που φτάσαμε όμως δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια, θα ήταν άκομψο, ας συνεχίσουμε να προσπαθούμε χωρίς να προσμένουμε κάποια δικαίωση ή κάποια ανταμοιβή, έτσι, για την ομορφιά του αγώνα. Όπως προανέφερα, το σύστημα χρειάζεται μία επανεκκίνηση, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο με έναν εξαιρετικά βίαιο τρόπο, που είναι κάτι το οποίο φυσικά δεν μπορώ να ευχηθώ. Ίσα-ίσα που πρέπει να εργαστούμε όλοι σκληρά για να το αποτρέψουμε. Προσπαθώ όμως να επανεκκινήσω εμένα που με έχω πιο πρόχειρο αλλά, μην νομίζεις, έχω κι εγώ τις αντιστάσεις μου.
Θα παρουσιάσεις ζωντανά ολόκληρο τον δίσκο και, αν ναι, υπάρχει μια συγκεκριμένη μπάντα που θα σε συνοδεύσει σε αυτό;
Ναι, είναι η καλύτερη που είχα ποτέ, ο συνδυασμός προέκυψε τυχαία, άλλωστε δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω εγώ ένα τόσο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, απλά μου δόθηκε. Όπως συμβαίνει και με τη μούσα γενικότερα, όταν σε δει να λιώνεις στη δουλειά χωρίς αποτέλεσμα, τότε σε λυπάται και σου δίνει έτοιμη από το πουθενά τη μαγική λύση!
Και τα επόμενα πιο άμεσα σχέδιά σου, τόσο προσωπικά όσο και από πλευράς συνεργασιών, με κάποιες από τις οποίες μας έχεις εκπλήξει ευχάριστα στο παρελθόν;
Το εγώ με εμένα το βαρέθηκα κάπως, θα ήθελα να δοκιμάσω δικά μου τραγούδια σε άλλες φωνές πάλι ή ίσως και να τραγουδήσω με άλλους ανθρώπους. Σκαλίζω πάντα μερικά τέτοια σενάρια μέσα μου μέχρι να προκύψει κάτι και να μπω απροετοίμαστος μέσα σε μια κατάσταση που δεν είχα ποτέ φανταστεί.
Είναι αυτή η αντιμετώπιση της μουσικής όχι απλά ως εξερεύνηση, αλλά σαν περιπέτεια που κάνει τον Μανώλη Φάμελλο ξεχωριστό, για να μην πω μοναδικό, το οποίο μπορεί και να θεωρηθεί υπερβολικό.