Live τώρα    
27°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
27 °C
26.2°C27.9°C
4 BF 26%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
28 °C
26.4°C29.6°C
2 BF 56%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
31 °C
28.2°C31.0°C
2 BF 37%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
26 °C
25.5°C27.5°C
4 BF 57%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
26 °C
25.9°C27.3°C
0 BF 65%
Τώρα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τώρα

ΣΥΡΙΖΑ

«Τώρα που φτάσαμεν εδώ δεν πρέπει

να ξαναγυρίσουμε. / Πιο καλά να

σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω»

Μανόλης Αναγνωστάκης

Ναι, τους ξέρω καλά αυτούς τους στίχους του αγαπημένου μου Μανόλη Αναγνωστάκη. Κι ολόκληρο το ποίημα ξέρω με τον σημαδιακό του τίτλο «Τώρα», σήμερα, που δημοσιεύεται αυτό το κείμενο και είναι Κυριακή 15 Μαΐου 2022, και που αλλιώς διαβάζω τώρα την αρχή του, αφού έτσι συμβαίνει πάντοτε με τα ποιήματα: διαβάζονται «αλλιώς» κάθε φορά γιατί «αλλιώς» είναι η στιγμή, η μέρα, οι καιροί, ο χρόνος. «Αλλιώς» αρχίζει και το σημερινό «τώρα» και το «Τώρα» του Μανόλη Αναγνωστάκη: «Κι όμως, Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε / Χρέος μας πια να μη γυρίσουμε».

Στριφογυρίζω κι εγώ κάπως αμήχανος, κάπως ράθυμος, με την ψευδαίσθηση πως έτσι διευρύνω την -πάντοτε- απαραίτητη βραδύτητα του χρόνου. Το ήξερα πως έτσι θα συμβεί. Το ήξερα ότι ο ύπνος μου θα ήταν λίγος και ανήσυχος και ότι το πρωί θα σηκωνόμουν μ’ ένα κουβάρι από συναισθήματα πριν πάω να ψηφίσω στις εσωκομματικές εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. Ένα κουβάρι από μπερδεμένες χαρές και λύπες, από στιγμές που τις νόμιζες χαρές και αποδείχτηκαν λύπες, αλλά και το αντίθετο, σ’ αυτό το φοβερό, αεικίνητο, μεγαλειώδες γαϊτανάκι που λέγεται ζωή. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ζωή της Αριστεράς. Χαρές και λύπες. Δεν γίνεται αλλιώς. «Η χαρά γονιμοποιεί. Η λύπη γεννάει» λέει ο Ουίλιαμ Μπλέηκ (1757 - 1827) από το δικό του πολύ μακρινό «τώρα» που το λέμε παρελθόν.

Γι’ αυτή τη γέννα που δεν μπορεί και δεν γίνεται να αναβληθεί μιλάω. Για τον φόβο, τη χαρά της προσμονής και τη λύπη για όσα πέρασαν μιλάω στον εαυτό μου καθυστερώντας, ψιλοαναβάλλοντας, ξέροντας όμως ότι το επόμενο «τώρα» καταφθάνει με όλα του τα πανιά ανοιχτά, τις πρυμάτσες λυμένες, τις άγκυρες στα όκια κρεμασμένες και το «πρόσω» να κρέμεται από τα χείλη όλων σαν να έχει κιόλας ειπωθεί. Θα έχουμε ούριο άνεμο; Λένε πως ο πρώτος κανόνας για να έχεις ούριο άνεμο είναι να ξέρεις πού πας. Ξέρουμε; Εδώ σε θέλω. Η απάντηση εξαιρετικά δύσκολη. Η απάντηση απαραίτητη. Τώρα. Ένα «τώρα» μεγάλο σαν υπερσυντέλικος. Πιο μεγάλο από όλες τις χαρές και όλες τις λύπες που περιέχει. Τις περιέχει; Έχει έρμα το σκαρί;

Καθυστερώ να απαντήσω. Πηγαίνω από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Του σπιτιού. Της μνήμης, της ελπίδας, της αγωνίας. Είναι απέραντο αυτό το σπίτι της Αριστεράς. Από την ώρα που γεννήθηκα το ζω κι ακόμα το μαθαίνω, τριγυρίζοντας, ανοίγοντας παράθυρα, μπαίνοντας σε ξεχασμένα δωμάτια με τους ξεχασμένους θησαυρούς, ακούγοντας τους ήχους των αγγέλων του, που όλο και κάτι μαστορεύουν στη σκεπή, κατεβαίνοντας καμιά φορά αμίλητοι να πάρουνε νερό και να ξανανέβουν (αν δεν με πιστεύετε, διαβάστε τους «Μαστόρους» του Γιώργη Παυλόπουλου) με τα φτερά τους «γεμάτα γαλάζια λάσπη».

Καμιά φορά ξεχνιέμαι (όπως τώρα) όταν βρίσκω παλιά παιχνίδια. Πιο πολύ συγκινούμαι με τα σπασμένα, τα χαλασμένα, γιατί σημαίνουν πως κάποια παιδιά έψαξαν να βρουν τι έχει ο κόσμος από μέσα και να τον ξαναφτιάξουν καλύτερο. Δεν τα κατάφεραν μάλλον κι έμεινε το παιχνίδι τους σπασμένο. Όπως το «Ραγισμένο ταμπούρλο» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που βρήκα κάποτε κι έμεινα (μέχρι τώρα) να το κοιτάζω εκστατικός:

«Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε, παλιέ μου φίλε / κοίτα σε πόσο χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον / κοίτα πού κείτονται οι άνεμοι που ανάθρεφες σελίδα τη σελίδα / χαρτιά χαρτιά χαρτιά που δεν θα γίνουνε ποτέ σημαίες / τρικάταρτα όνειρα που λιώνουνε στην πρωινή ομίχλη».

Ναι, ο καιρός δεν είναι καλός. Είχαν προαναγγείλει το «Χαμηλό βαρομετρικό». Το είχε πει και ο Σπύρος Τσακνιάς, που προσπαθώντας να προλάβει την καταστροφή είχε ψιθυρίσει: «Φούξια και γεντιανή και ρείκι». Αυτό το ποίημα το βρήκα στο τραπέζι της κουζίνας, εκεί όπου γράφτηκε. Δεν γίνεται να καθυστερήσω άλλο, μονολόγησα. «Και τότε» μαζί με τον Σπύρο Τσακνιά «πήγα κι άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγος αέρας καθαρός».

Και τότε είδα το αεράκι του Μαΐου ν’ ανασηκώνει τις σελίδες και είδα να πετούν όλες οι λέξεις που «κείτονται στα καταστατικά». Ώρα να πηγαίνω, λοιπόν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL