Το έργο του Παναγιώτη Μέντη είναι μια θερμή συνηγορία στο πρόσωπο της ηρωίδας του 1821 Μαντώς Μαυρογένους: ένα «κορίτσι από σπίτι», αγοροκόριτσο, όμως και σωστό «αγριμάκι», με ασίγαστο πάθος για την ελευθερία, που μπήκε από μικρή στη φωτιά της επανάστασης και «κάηκε».
Αγνόησε όλους τους κοινωνικούς κανόνες, ξόδεψε όλη την περιουσία της για να αγοράσει και να εξοπλίσει ένα καράβι που κυβερνούσε η ίδια, αγάπησε και αγαπήθηκε παράφορα, συζούσε ανοιχτά «αστεφάνωτη» με τον Δημήτριο Υψηλάντη, κάτι που αποτέλεσε μέγα σκάνδαλο για την τότε άρχουσα τάξη.
Ακόμη με δημόσιες επιστολές της προς τις Γαλλίδες και τις Αγγλίδες, μετά από ενθάρρυνση -υστερόβουλη μάλλον- του Κωλέττη, που ίσως να είναι και ο συντάκτης τους, τις παρότρυνε «αντί να συχνάζουν σε κοσμικά σαλόνια και σε οίκους μόδας, να χρησιμοποιούν τα θέλγητρά τους, όπως εκείνη, για να πείθουν τους άντρες τους να στηρίζουν με όλους τους τρόπους τον αγώνα των Ελλήνων».
Νέο σάλο δημιούργησαν οι επιστολές αυτές, με αποτέλεσμα την περαιτέρω απομόνωσή της. Η εγκατάλειψή της από τον Υψηλάντη την έριξε σε μεγάλη απογοήτευση και απελπισία. Προχώρησε τότε σε κατάθεση αγωγής στα δικαστήρια κατά του πρώην εραστή της για αθέτηση υποσχέσεως γάμου και «παρθενοφθορία».
Ο Καποδίστριας, που ήθελε να προφυλάξει τον στενό συνεργάτη του, την κάλεσε και της απένειμε τον βαθμό υποστρατήγου, τον οποίο εκείνη αρνήθηκε επειδή άλλα ποθούσε η ψυχή της. Ο Υψηλάντης πέθανε πολύ νωρίς και ή ίδια «έφυγε» σε λίγα χρόνια, σε κατάσταση έσχατης πενίας, λησμονημένη.
Στο έργο του Παναγιώτη Μέντη ακούμε τη Μαντώ να καταθέτει στο δικαστήριο (των ανθρώπων αλλά και της Ιστορίας) εκθέτοντας χωρίς ντροπή και φόβο τη ζωή της, από τα μικρά της χρόνια μέχρι τη γνωριμία της με τον Υψηλάντη και τον δεσμό της σάρκας που τους ένωσε.
Ο Μέντης ακολουθεί μια ευθύγραμμη αφήγηση των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή της Μαντώς, τα παραθέτει τακτοποιημένα στη φυσική σειρά τους, όπως έγιναν, υπό το πρίσμα μάλιστα του γυναικείου κινήματος χειραφέτησης, παλαιού και νέου, κάτι που προσιδιάζει μάλλον σε αστικό, ρομαντικό δράμα ή σε μυθιστόρημα «εποχής».
Αλλά η Μαντώ δεν είναι «Κυρία με τας καμελίας» ούτε Μποβαρί ούτε Καρένινα. Είναι μια προδομένη ελληνική ψυχή που φλέγεται σε μια φλεγόμενη εποχή και δεν μπορεί να «λέει» τα πάθη της σαν να τα διηγείται ένας αόρατος, τρίτος, αμέτοχος συγγραφέας - αφηγητής.
Η σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη διέκρινε την ατέλεια του έργου και δίδαξε τον ρόλο στην -έξοχη σε όλα- Δέσποινα Σαραφείδου σε υψηλές, απρόβλεπτες νότες, με ξαφνικές εγκοπές και παύσεις, κορυφώσεις έντασης και απότομες καταβυθίσεις, ακολουθώντας όχι την εξωτερική γραμμή του χρόνου, αλλά την εσωτερική και υπόγεια διαδρομή του, μέχρι να εκραγεί σαν ηφαίστειο η λαβωμένη ψυχή της προδομένης γυναίκας τινάζοντας τη λάβα ψηλά.
Η Σαραφείδου ανταποκρίνεται πλήρως, είναι μονολεκτικά συναρπαστική, κάθετη στις ποικίλες μεταμορφώσεις της, στις αλλαγές κλίμακας, στον χρωματισμό, στις υφολογικές μεταπτώσεις, μετατρέποντας το έργο από δράμα του Δουμά σε ελληνική τραγωδία. Πρέπει οπωσδήποτε να τη δούμε το ταχύτερο να αξιοποιείται σε τραγικούς ρόλους.
Η ωραία πρωτότυπη μουσική του Θοδωρή Λεμπέση με το τσέλο του Χρύσανθου Κυριαζή δεν εκβιάζουν την προσοχή, σέβονται την πρωτοπορία του λόγου. Αλλά θα χρειαστεί να αφιερώσω ακόμη ένα σημείωμα στο «Αναλόγιο» για να περιλάβω κάποιες ακόμη παραστάσεις του.