Live τώρα    
17°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
14.4°C18.2°C
2 BF 76%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
13.7°C17.0°C
2 BF 70%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
16 °C
15.0°C18.0°C
3 BF 70%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
16 °C
14.4°C17.5°C
5 BF 80%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
8 °C
7.9°C13.5°C
0 BF 100%
Μίκης Θεοδωράκης / O παγκόσμιος Μίκης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μίκης Θεοδωράκης / O παγκόσμιος Μίκης

ΜΙΚΗΣ

Μεσίστιες κυματίζουν εδώ και τρεις μέρες οι σημαίες, την Τρίτη θα ξεκινήσει το λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη των Αθηνών. Όλη η Ελλάδα λέει αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη, στον συνθέτη που έβαλε στο στόμα του λαού τα λόγια των ποιητών, στον αγωνιστή, στον άνθρωπο που τρεις γενιές έμαθαν να τον αποκαλούν με το μικρό του όνομα. Με σεβασμό υποκλίνονται στο ξόδι του οι κοινοί θνητοί, οι δημιουργοί και οι πολιτικοί, ντόπιοι και ξένοι. Με βαθιά συγκίνηση τον αποχαιρετούν οι όπου γης αριστεροί.

Στον 20ό αιώνα ο Μίκης ήταν το σύμβολο της αντίστασης. Για την Ελλάδα, για την Ευρώπη, για τη Λατινική Αμερική, για την Παλαιστίνη, για την Τουρκία. Ο άνθρωπος που αντιστάθηκε στους Ναζί και στην ελληνική δικτατορία, ο παγκόσμιος καλλιτέχνης που στήριξε -και τραγούδησε για- αυτούς που αντιστάθηκαν στις δικές τους δικτατορίες.

Το τριήμερο εθνικό πένθος ξεκίνησε από τη Βουλή, όπου το Σώμα τήρησε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του μεγάλου απόντα, μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του, την Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου το πρωί. Άλλωστε ο Θεοδωράκης πέρασε ένα διάστημα από την πολυτάραχη ζωή του στα έδρανα της Βουλής, εκλεγμένος με την ΕΔΑ, με το ΚΚΕ, αλλά και ως συνεργαζόμενος με τη Νέα Δημοκρατία. Η πολιτική διαδρομή του ήταν τουλάχιστον δαιδαλώδης - και στα στερνά έκανε για μια ακόμη φορά την έκπληξη: Με επιστολή του προς τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ ο Μίκης γνωστοποίησε ότι θέλει να αφήσει αυτόν τον κόσμο ως κομμουνιστής.

Ο πλανήτης θα τον θυμάται για τον "Ζορμπά", για το μουσικό θέμα του "Σέρπικο". Θα τον θυμάται για την μπαλάντα του "Μαουτχάουζεν", για το "Κάντο Χενεράλ", για το πάθος του στις συναυλίες σε Ευρώπη και Αμερική. Και καθένας από μας θα τον θυμάται για εκείνο το τραγούδι που έχει σφραγίσει τη δική του οικογένεια, τη δική του νιότη.

Αντίο, Μίκη.

“Α”

Μόνος του ένας ολόκληρος κόσμος

Ήταν γύρω στις αρχές του 1954 όταν στο νεοσύστατο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών δινόταν μια συναυλία δύο νέων συνθετών, του Αργύρη Κουνάδη και του Μάνου Χατζιδάκι, που έπαιζαν σε δύο αντικριστά πιάνα το έργο «Ελληνική Αποκριά» του άγνωστου στους θεατές συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που ζούσε τότε στη Γαλλία. Αυτή υπήρξε η πρώτη επαφή με το όνομά του.

Αργότερα, το 1961, στην Αθήνα πια, πέντε συνολικά άτομα παρακολουθούσαμε τη θεατρική διασκευή ενός έργου του. Τότε συνέπεσε και η οριστική επιστροφή του Μίκη στην Ελλάδα. Με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, το 1963, ξεσπάθωσε. Περιόδευε με την ορχήστρα του και παντού όπου πήγαινε έβρισκε, όπως το έλεγε ο ίδιος περιπαικτικά, τη συνοδεία «οργάνων... της τάξεως». Δηλαδή τους μπασκίνες. Ο θρυλικός Μίκης πια ήταν ο πιστός «άπιστος Θωμάς» της Αριστεράς. Κομμουνιστής από τα γεννοφάσκια του, υπήρξε από μόνος του ένας ολόκληρος κόσμος.

Βασίλης Βασιλικός

ΜΙΚΗΣ

Ο μουσικός λαός και ο πολιτικός λαός

Ο Θάνατος γράφει την ιστορία των ανθρώπων, ανασυνθέτοντας το σύνολο της ζωής τους. Και ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη μας φέρνει αντιμέτωπους με μια προσωπικότητα που επένδυσε με ήχο την ιστορία της Ελλάδας και έκανε τη μουσική διαμορφωτική πολιτική δύναμη. Η διάχυτη συγκίνηση που εκφράζεται με δηλώσεις   και αναρτήσεις σε επικολυρικούς τόνους, αναμενόμενη βέβαια, δεν μας βοηθάει να καταλάβουμε την προσωπικότητα και την εποχή της. Αναμφίβολα ο   Θεοδωράκης ήταν ένας σπουδαίος μουσικός συνθέτης  πρώτης γραμμής παγκοσμίως και διαχρονικά.  Και μάλιστα ένας συνθέτης του οποίου το έργο διαπέρασε στεγανά, ακούστηκε και σε διάσημες αίθουσες συναυλιών με κορυφαίες ορχήστρες, αλλά  και τραγουδήθηκε στα γήπεδα και στις πλατείες και χορεύτηκε σε παρέες και ταβέρνες.

Του Αντώνη Λιάκου*

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το έργο του διαπέρασε τα μουσικά και λογοτεχνικά είδη  και έφερε μαζί τη συμφωνική μουσική, την όπερα, το ορατόριο και το λαϊκό τραγούδι. Ανάλογη και η παγκόσμια διείσδυσή του. Ο Θεοδωράκης άντλησε θέματα και μοτίβα από όλο τον κόσμο   και ακούστηκε σε όλο τον κόσμο. Μέγεθος δυσθεώρητο.

Εντούτοις υπάρχει μια αμηχανία στον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο μουσικός Θεοδωράκης και ο πολιτικός Θεοδωράκης. Δεν πρόκειται για ένα κορυφαίο μουσικό που παίρνει μέρος στην πολιτική, όπου ρίχνει τη φήμη και το πολιτισμικό βάρος του, επομένως υποκλίνεσαι στο μουσικό του έργο και διατηρείς επιφυλάξεις για το πολιτικό, όπως πολλάκις συνέβη. Δεν υπάρχουν από τη μια οι παρτιτούρες και από την άλλη τα πολιτικά κείμενα, οι δηλώσεις, οι συμβολικές χειρονομίες. Αντίθετα και το μουσικό και το πολιτικό αποτελούν μέρη μιας ενιαίας σύλληψης, παρά τις εποχικές διακυμάνσεις και τις αντιφάσεις. Ανάμεσα όμως στις παρτιτούρες και στα πολιτικά κείμενα υπάρχουν τα μουσικοκριτικά κείμενα. Με βαθιά θεωρητική κατάρτιση στη μουσική, ο Θεοδωράκης στα κείμενα αυτά μας επιτρέπει να δούμε τους αρμούς  συνάρθρωσης  του μουσικού και του  πολιτικού του πράττειν και είναι.     Στις γραμμές τους βλέπεις πως ο Θεοδωράκης ανασυνθέτει την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα ως το μέλλον,   πώς τον ελληνικό πολιτισμό με τον ευρωπαϊκό, ποιο είναι το ενιαίο, κατά βάσιν, σχέδιό του . Εκεί, με δυο λόγια η  κοσμολογία του, αλλά και η πηγή ενέργειας. Στο κατά Θεοδωράκη ευαγγέλιο, «εν   αρχή ην ο Λαός, και ο Λαός ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λαός». Αλλά ο μουσικός λαός προηγείται του πολιτικού λαού. Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Ο μουσικός λαός είναι η κιβωτός του πολιτισμού στη διαχρονικότητά του, επομένως ο πολιτικός λαός μπορεί να υπάρχει και να θάλλει, στο βαθμό που αντλεί πολιτισμικό και αξιακό ήθος από τον μουσικό λαό. Αν δεν δεις αυτή τη σχέση δεν καταλαβαίνεις όχι μόνο τη μουσική, αλλά ούτε τις μουσικές πρωτοβουλίες του Θεοδωράκη, το συσχετισμό των μουσικών ειδών, αλλά εν μέσω του λαού. Ο Θεοδωράκης δεν πειραματιζόταν στο στούντιο αλλά στα κατάμεστα γήπεδα των συναυλιών του. Ο μουσικός λαός καθοδηγούσε τον πολιτικό λαό, ακόμη και στις πιο αμφισβητούμενες πολιτικές θέσεις και χειρονομίες του Θεοδωράκη. Και αυτός ο διαχρονικός λαός είναι το έθνος, η ρωμιοσύνη, δηλαδή ελληνισμός χωρίς κρατικές συνδηλώσεις, ο λαϊκός ελληνισμός που υπερβαίνει το κράτος και τις διαμεσολαβήσεις της πολιτικής κοινότητας. Απόψεις ότι οι Έλληνες ακούν την ίδια μουσική από την αρχαιότητα έως σήμερα, ήταν φυσικό να ενθουσιάζουν διαφορετικά ακροατήρια, όπως ενθουσίαζε τους λαϊκούς αγωνιστές   η συναίσθηση της διαχρονικότητας των αγώνων που  τους έδινε νόημα και συγκίνηση που μπορούσε να υπερβεί ακόμη και το θάνατο. Άλλωστε   η παρουσία των νεκρών δίπλα στους ζωντανούς είναι συνεχής και αδιάλειπτη. 

Αν η έννοια του λαϊκισμού δεν είχε ευτελιστεί τόσο από την πολιτική της χρήση -στην οποία συμβάλουν και οι αντιλαϊκιστές διανούμενοι- θα μπορούσαμε να δούμε στο έργο του Θεοδωράκη, το αρχέτυπο του λαϊκισμού. Αυτό θα βοηθούσε  να καταλάβουμε  και τη δική μας ιστορία, πως δηλαδή η ίδια καθρεφτίστηκε και εν μέρει ταυτίστηκε  μέσα από την ιστορία και το έργο του Θεοδωράκη που  εν τέλει τη σημάδεψε πολλές δεκαετίες. Θα βοηθούσε επίσης να υπερβούμε τη δαιμονοποίηση του λαϊκισμού.

Με τη δέουσα προσοχή όμως στις αμφισημίες. Όποιος καταπιαστεί σοβαρά με τη βιογραφία του Θεοδωράκη, θα’ ταν καλό, κατά τη γνώμη μου  να έχει καταλάβει σε βάθος τη σχέση μουσικής και πολιτικής, δηλαδή  τη σχέση μουσικής κοσμοθεωρίας και πολιτικών πρωτοβουλιών  στον  Βέρντι, στο Σοπέν,  και στον   Βάγκνερ.  Όσο χρήσιμη  είναι η οπτική της οικειότητας με το φαινόμενο Θεοδωράκης, τόσο επίσης απαραίτητο είναι να το δούμε αποστασιοποιημένα, απέξω και συγκριτικά.

Τέλος, και με την ευκαιρία: Είναι αισθητή η έλλειψη μιας πολιτισμικής ιστορίας της Ελλάδας, ώστε να δούμε πρόσωπα και έργα στα συμφραζόμενά τους. Μια ιστορία που θα εντάσσει τη δυναμική  των συναισθημάτων, αντί να παραδίνεται σε μια ιστορία που θολώνει από τα συναισθήματα. 

 

* Ο Αντώνης Λιάκος είναι ιστορικός

Ο Μίκης Θεοδωράκης σε ασπρόμαυρη φωτογραφία
(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

Ο Μίκης της εκπολιτιστικής αποστολής

Ο Μίκης Θεοδωράκης κατέχει σημαντική θέση ανάμεσα στα πρόσωπα που μελετούν, σχεδιάζουν, ανοίγουν και τροφοδοτούν τον διάλογο, αναλαμβάνουν το ρίσκο πολιτισμικών πολέμων, παίρνουν σημαντικές συλλογικές πρωτοβουλίες με σαφώς διατυπωμένο όραμα και στόχους για έναν πολιτισμό που αφορά τους πολλούς

Της Μυρσίνης Ζορμπά*

Καθώς αποχαιρετούμε όλοι τον Μίκη Θεοδωράκη, καθένας τον δικό του ξεχωριστό και ιδιαίτερο («μαρξιστή», αγωνιστή, μουσικό, πολιτικό) και με διαφορετική υφή συγκίνησης, θα ήθελα να καταθέσω εδώ ορισμένες σκέψεις για τον Θεοδωράκη οργανωτή κουλτούρας, τον πολιτικό ακτιβιστή πολιτισμικής πολιτικής ήδη από τα πέτρινα χρόνια.

Σίγουρα υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει ακόμη για τη μεταπολεμική πολιτισμική ιστορία μας, αρχεία να αξιοποιηθούν, εννοιολογήσεις και περιοδολογήσεις να αποσαφηνιστούν, διεπιστημονικές προσεγγίσεις να φωτίσουν πιο ολοκληρωμένα την πολιτισμική πλεύση της χώρας, τα σχέδια, τις πολιτικές στρατηγικές, τον ρόλο των προσώπων.

Ωστόσο, μέσα στο γενικό πλαίσιο και τις αδρές γραμμές της πολιτισμικής πολιτικής, όσο έχει μελετηθεί έως τώρα, ο Μίκης Θεοδωράκης κατέχει σημαντική θέση ανάμεσα στα πρόσωπα που μελετούν, σχεδιάζουν, ανοίγουν και τροφοδοτούν τον διάλογο, αναλαμβάνουν το ρίσκο πολιτισμικών πολέμων, παίρνουν σημαντικές συλλογικές πρωτοβουλίες με σαφώς διατυπωμένο όραμα και στόχους για έναν πολιτισμό που αφορά τους πολλούς.

Διαβάζω τη συλλογή άρθρων του «Για την ελληνική μουσική», με κείμενα από το 1949 έως το 1961, που σημαίνει από την ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών ως τα τριάντα έξι του. Κείμενα άποψης για την ελληνική μουσική αλλά και τους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, κείμενα καυστικής κριτικής και ανυποχώρητης πολεμικής, κείμενα θέσεων, το κείμενο της σημαντικής πρωτοβουλίας μαζί με τον Γ. Ξενάκη, τον Α. Κουνάδη, τον Γ. Παπαϊωάννου για ένα «Σχέδιο προγράμματος για την αναδιοργάνωση της ελληνικής μουσικής».

Πρόκειται για έναν τόμο σε επιμέλεια Φίλιππου Ηλιού, έκδοση Επιθεώρησης Τέχνης (1961), με πρόλογο Φοίβου Ανωγειανάκη και στις 280 σελίδες του βρίσκουμε όλα τα συγκροτητικά στοιχεία της πολιτικής του για τον πολιτισμό τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Αυτά που θα διαπιστώσουμε στον τρόπο οργάνωσης των πρώτων συναυλιών του, στο ίδιο το περιεχόμενο, στις συνθήκες παραγωγής και τη διαχείριση του μουσικού του έργου σε σχέση με το κοινό, στις ευρείες συνεργασίες του, στην ίδρυση και το κείμενο του Μανιφέστου των Λαμπράκηδων, στις πολιτιστικές λέσχες και τον ακτιβισμό του σε όλη τη χώρα, στη διοργάνωση και τη δομή των φεστιβάλ που ο ίδιος σχεδιάζει και επιμελείται, αλλά και στις ομιλίες και τις δηλώσεις του ως βουλευτή.

Στοιχεία που δεν θα εγκαταλείψει ούτε στα χρόνια της δικτατορίας στην εξορία ή το εξωτερικό αργότερα, αλλά και στη Μεταπολίτευση, καθώς διαπνέεται από το όραμα συγκρότησης ενός νέου κοινού ευρέος φάσματος, στο σταυροδρόμι της τέχνης όπου το λαϊκό εκπολιτίζεται από το έντεχνο, τα μηνύματα είναι καθολικά, ο λαός - αγωνιστής υπερβαίνει κάθε εμπόδιο τελικά και αφομοιώνει και μετασχηματίζει τη λόγια κουλτούρα σε πανανθρώπινες αξίες, όπως η πρόοδος, η δημοκρατία, η ειρήνη, η χαρά της ζωής και, με τον τρόπο αυτό, αναγεννάται μουσικά και πολιτισμικά σαν τον φοίνικα.  Ένα κοινό που δεν υπήρχε πριν, που το επινοεί, δημιούργημα της δικής του ποιητικής.

Τα όρια της θεωρίας του εκπολιτισμού; Ασφαλώς βρίσκονται εδώ ορατά, τόσο στα ζητήματα της πολιτισμικής πολιτικής και οργάνωσης, όσο εξάλλου και στη συνολική πολύχρονη πολιτική πορεία και τις προσωπικές επιλογές του, που κινούνταν διαρκώς πάνω σε ένα εκκρεμές υβριδικής ασυμμετρίας και επισφαλών ισορροπιών, μεταξύ «δημοκρατικής αγωγής και πατριωτικού φρονηματισμού» (Μανιφέστο σ. 40).

Αυτό το μείγμα εθνικής, πατριωτικής, λαϊκής και εκπολιτιστικής αποστολής απέναντι στο μοναδικό ακροατή και συνομιλητή του λαό κατάφερνε να σβήνει τις οδυνηρές εμπειρίες της ζωής του, τα σημάδια στο βασανισμένο σώμα του, την αποστροφή για τους αμείλικτους αντιπάλους και διώκτες του παρελθόντος και τη δυσανεξία στους περιοριστικούς όρους των συντρόφων, κάθε φορά που αποφάσιζε ότι τον καλούσε στο δημόσιο βήμα, το καθήκον και η αποστολή.

Πάνω απ’ όλα βρισκόταν γι’ αυτόν το όραμά του, «το φωτεινό αύριο γεμάτο σκαλωσιές και τραγούδια, γεμάτο ανθρωπιά, πολιτισμό και δημιουργία». Ο Παράδεισος που ονειρευόταν και που επέλεξε με το τελευταίο εισιτήριό του χωρίς επιστροφή.

Όμως εμείς, που μένουμε πίσω, και φυσικά η Πολιτεία, οφείλουμε στον Μίκη την προσοχή και τη μελέτη που απαιτεί η ανάλυση της σημασίας του προσώπου και του έργου του για την πολιτιστική ιστορία και πολιτική της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Στην επέτειο των πενήντα χρόνων από την ίδρυση του υπουργείου Πολιτισμού είναι καιρός να ανοίξουν τα αρχεία, να δοθούν υποτροφίες, να σχεδιαστούν προγράμματα σε συνεργασία με ακαδημαϊκά τμήματα για την έρευνα της πολιτισμικής ιστορίας και πολιτικής. Αυτή θα ήταν η έμπρακτη απόδειξη ότι τιμούμε τη μνήμη του Μίκη που όλοι αγαπήσαμε και στον οποίο χρωστάει πολλά ο σύγχρονος πολιτισμός της χώρας.

* Η Μυρσίνη Ζορμπά είναι πρώην υπουργός Πολιτισμού

ΜΙΚΗΣ

Σηματωρός και Κήρυκας

Ξέρω ότι η Ελλάδα μεγάλους σαν τον Μίκη τούς κάνει τρανταχτές κηδείες και μετά τους βυθίζει σε μια ανίερη σιγή. Πιστεύω ότι θα αποτελέσει εξαίρεση. Υπάρχει τόσο πλούσιο έργο που αυτοί που θα σκύψουν κάποτε πάνω του θα εκπλαγούν. Είτε είναι μουσικοί, ανακαλύπτοντας ένα άγνωστο συμφωνικό έργο, είτε είναι λογοτέχνες που θα ανακαλύψουν σπαράγματα αυτοβιογραφικών κειμένων του για τη Μακρόνησο, τη Γυάρο, τον Ωρωπό

Του Γιώργου Λιάνη*

Θα ξεκινούσα με τα λόγια του Εγγονόπουλου "Για τους μεγάλους, για τους γενναίους, για τους ελεύθερους, τους δυνατούς, αξίζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ωραία, τα ελεύθερα, τα δυνατά". Έτσι θα τον προσφωνούσα τον Μίκη. Ήταν όλα αυτά. Χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία να γράψω στην ΑΥΓΗ, γιατί, ναι, ο Μίκης είναι όλων των Ελλήνων, αλλά πώς να το κάνουμε, ανήκει κάπως περισσότερο στην Αριστερά. Έτσι τον γνώρισε, αυτά μου έλεγε ο ίδιος σε δύσκολες ώρες της ζωής του. Αυτός ήταν ο πόνος του, αυτός ήταν ο καημός του: η Αριστερά.

Τον θεωρώ τον επιφανέστερο Έλληνα και μιλάω σαν να ζει γιατί ΖΕΙ. Ταπεινά για μένα, όπως για χιλιάδες άλλους ελληνόπαιδες, υπήρξε "Σηματωρός και Κήρυκας". Εμένα μου άλλαξε τη ζωή μου. Άκουσα τον "Επιτάφιο" και είπα στη μάνα μου "τέρμα η χημεία, θα γίνω δημοσιογράφος". Δηλαδή ο Μίκης ήταν ένας "Οδηγητής" όπως έλεγε ο Βάρναλης. Και πράγματι, όλοι εμείς στους Λαμπράκηδες τον είχαμε Οδηγητή. Δεν ξέρω άλλο ελληνικό φαινόμενο που η επανάστασή του να πέτυχε, εκτός από τον Τσιτσάνη και από τον Μίκη. Διότι δεν ήταν η δύναμη στη μουσική τους μόνο αλλά στην ανάγκη τους να αλλάξουνε την Ψωροκώσταινα. Ο Τσιτσάνης μεγαλουργεί με τραγούδια που μοιάζουνε να είναι ερωτικά ενώ είναι τραγούδια για την Ελλάδα που αντιστέκεται. Ο Μίκης κάνει κάτι περισσότερο. Φέρνει τους Έλληνες ποιητές στο στόμα του κάθε Έλληνα. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο παγκοσμίως. Είναι δική του αυτή η επανάσταση: Σολωμός, Κάλβος, Σικελιανός, Παλαμάς και κυρίως τα δύο Νόμπελ, Σεφέρης, Ελύτης και τα δύο Λένιν, Βάρναλης, Ρίτσος. Και μαζί τους Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης, Καμπανέλλης, Κατσαρός, Χριστοδούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου κ.ά.

Ο Μίκης άλλαξε ζωές ανθρώπων. Εμένα μέσα σ' ένα βράδυ μού γνώρισε τον Φρανσουά Μιτεράν και τον Πάμπλο Νερούντα. Πήγα στη Γαλλία να του πάρω συνέντευξη και συνέβη αυτό το θαύμα. Μιας και ανέφερα τον Νερούντα, να πω ότι λαοί και χώρες τον θεωρούν δικό τους. Έζησα τη συναυλία του στη Βαρκελώνη, τον πρώτο χρόνο μετά την πτώση του Φράνκο. Η αίθουσα είχε γεμίσει χιλιάδες κεριά, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είχε ξεδιπλώσει μια γαλανόλευκη και ο Μίκης τραγούδαγε "Ρωμιοσύνη", Λόρκα, "Επιτάφιο" και όλη η αίθουσα δονείτο σαν να παρακολουθούσε ισπανική συναυλία.

Ξέρω ότι η Ελλάδα μεγάλους σαν τον Μίκη τούς κάνει τρανταχτές κηδείες και μετά τους βυθίζει σε μια ανίερη σιγή. Πιστεύω ότι θα αποτελέσει εξαίρεση. Υπάρχει τόσο πλούσιο έργο που αυτοί που θα σκύψουν κάποτε πάνω του θα εκπλαγούν. Είτε είναι μουσικοί, ανακαλύπτοντας ένα άγνωστο συμφωνικό έργο, είτε είναι λογοτέχνες που θα ανακαλύψουν σπαράγματα αυτοβιογραφικών κειμένων του για τη Μακρόνησο, τη Γυάρο, τον Ωρωπό. Μπορεί να ξέρουν μερικά απ' αυτά, πολλά δεν θα τα ξέρουν γιατί θα τα διαβάσουν διαφορετικά. Τέλος, ένας τόσο μεγάλος δεν χωράει σε μικρότητες, όποια προέλευση κι αν έχουν, ότι κι αν αφορούν στη ζωή του. Το σημαντικό είναι να τηρηθούν οι επιθυμίες του. Άμποτε να γίνει πραγματικότητα αυτό.

Όταν κάθε μέρα, όπως αποκάλυψε ο Γ. Μονεμβασίτης, σε κάθε μέρος του κόσμου παίζεται ένα έργο του Μίκη, ο άνθρωπος αυτός και η μουσική του θα ζει εις τους αιώνες των αιώνων.

* Ο Γιώργος Λιάνης είναι δημοσιογράφος

ΜΙΚΗΣ

Τον τραγουδάμε όλοι

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σπάνια θα βρεις κάποιον που δεν έχει τραγουδήσει ή έστω σιγοψιθυρίσει Μίκη και ξέρει τι είναι αυτό που ακούει. Αριστεροί και κεντρώοι νέοι τα τραγουδούσαν, αλλά και δεξιούς θα βρούμε να σιγοτραγουδούν σε πάρτι και σε γλέντια τραγούδια του... εχθρού. Τραγουδήθηκε παντού. Και μετά, στη δικτατορία, ήταν σημαία του αγώνα σ' όλον τον κόσμο. Γι' αυτό ήταν επικίνδυνα τα τραγούδια του για την αντίδραση

Του Νίκου Κιάου*

Το τραγούδι ξεχωρίζει στην ανάταση, που παρατηρείται στον χώρο του πολιτισμού, στις εκφράσεις της τέχνης, με την αρχή της δεκαετίας του 1960. Κεντρική θέση στην καμπή της μουσικής, του τραγουδιού, έχει ο Μίκης Θεοδωράκης με την αποδοχή που βρίσκει τόσο στη γενιά της Εθνικής Αντίστασης και τους παλαιότερους όσο και στη νεολαία. Ισχύουν ακόμα οι νόμοι και οι απαγορεύσεις από την εποχή του Εμφυλίου, το κράτος του ζόφου. Ο Μίκης είναι αποκλεισμένος από το ΕΙΡ και την ΥΕΝΕΔ, τα κρατικά ραδιόφωνα.

Και όμως, τα τραγούδια του απλώνονται σε όλη τη χώρα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σπάνια θα βρεις κάποιον που δεν έχει τραγουδήσει ή έστω σιγοψιθυρίσει Μίκη και ξέρει τι είναι αυτό που ακούει. Αριστεροί και κεντρώοι νέοι τα τραγουδούσαν, αλλά και δεξιούς θα βρούμε να σιγοτραγουδούν σε πάρτι και σε γλέντια τραγούδια του... εχθρού.

"Μας έμαθε να τραγουδάμε, έκανε τον λαό να τραγουδάει" είπε ένας από τη Νεολαία της ΕΔΑ τότε. Έκανε ολόκληρο λαό να τραγουδάει στη χαρά, στη θλίψη, στη λύπη, στην αισιοδοξία.

Ήταν βεβαίως και παγκόσμιος. Όχι μόνο με τον Νερούντα και τους Μπιτλς, αλλά κυρίως με το ότι τραγουδήθηκε παντού, τον ήξεραν παντού στην υφήλιο. Και μετά, στη δικτατορία, ήταν σημαία του αγώνα σ' όλον τον κόσμο. Γι' αυτό ήταν επικίνδυνα τα τραγούδια του για την αντίδραση.

Η ανταπόκριση στη Νεολαία εκφράζεται με τις Λέσχες Πολιτισμού, που δημιουργούνται σ' όλη τη χώρα. Είναι μετά την ίδρυση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης (ΔΚΝΓΛ) στις 8 Ιουνίου 1963, δύο εβδομάδες μετά τη δολοφονία του βουλευτή. Και συνεχίζεται με τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη από τη συγχώνευση της ΔΚΝΓΛ και της Νεολαίας της ΕΔΑ στις 14 Σεπτεμβρίου 1964. Πρόεδρος και της ΔΚΝΓΛ και της ΔΝΛ ο Μίκης Θεοδωράκης, διακηρύσσει από την αρχή: Οργάνωση Λαμπράκη σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε πόλη. Και έγινε, γέμισε Λέσχες και Οργανώσεις την επικράτεια. Το κίνημα των Λαμπράκηδων ήταν μαζικό, πλατύ και έρχεται σε εύρος μετά την ΕΠΟΝ. Είχε εύπορο έδαφος από το τρίπτυχο 15%, 1-1-4 και Ειρήνη.

Τον Μίκη "έφερε" με τα τραγούδια του το 1960 στο σχολείο μας στο Βαρβάκειο, στην τελευταία τάξη του τότε Γυμνασίου, ο συμμαθητής μας Παναγιώτης Κουνάδης. Και μια προσωπική σχέση. Ήταν τον Απρίλιο του 1963, στο σπίτι του Μίκη, στη Νέα Σμύρνη, αυτός στο πιάνο και ο αείμνηστος Μιχάλης Περιστεράκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Μπέρτραντ Ράσελ, και εγώ τότε αντιπρόεδρος και μετά γενικός γραμματέας, βράδυ μέχρι μετά τα μεσάνυχτα κάναμε τον ύμνο της Α' Μαραθώνιας Πορείας Ειρήνης για τις 21 Απριλίου, που απαγορεύτηκε.

Σε τέσσερα χρόνια ακριβώς έγινε η δικτατορία. Ο Μίκης, ο Γιώργος Βότσης, ο Αριστείδης Μανωλάκος, ο Χρόνης Μίσσιος και ο Θέμης Μπανούσης, δέκα ημέρες μετά, την ημέρα του Πάσχα του 1967, ίδρυσαν το Πατριωτικό Μέτωπο, την πρώτη αντιδικτατορική οργάνωση.

Η συνεδρίαση, παράνομη εννοείται, έγινε στο σπίτι του Θανάση Δελημίτσου, ο οποίος είχε πάει τότε για το Πάσχα στην πατρίδα του στην Αιτωλοακαρνανία. Δεν ήξερε για τη μάζωξη. Μετά τη δικτατορία εξελέγη βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Το καλοκαίρι του 1968, στις φυλακές Αβέρωφ, όπου μας πήγαν στην πρώτη υπόθεση του Ρήγα Φεραίου, μάθαμε από συγκρατουμένους τραγούδια που είχε γράψει ο Μίκης όταν πέρασε το 1967 από εκεί. "Λίγο ακόμα θα δούμε", "Είμαστε δυο είμαστε τρεις" κ.ά.

Ο Μίκης ήταν αριστερός και παραμένει, όπως το λέει και ο ίδιος. Μετά τη δικτατορία, η πολιτική του πορεία είναι: Ενωμένη Αριστερά, υποψήφιος βουλευτής το 1974, μετά βουλευτής του ΚΚΕ δύο φορές, βουλευτής Επικρατείας της Ν.Δ. το 1990 και υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη. Η συνεργασία του αυτή με τη Δεξιά παραξένεψε, ενόχλησε ή και εξόργισε κόσμο της Αριστεράς. Ίσως και η κατοπινή πορεία του με άλλες πρωτοβουλίες του, κινήσεις του ή πολιτικές παλινδρομήσεις. Είναι, πάντως, ο Μεγάλος δημιουργός, ο ηγέτης του αριστερού νεολαιίστικου κινήματος τη δεκαετία του '60, ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης με τις μετέπειτα διώξεις, η ηγετική μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα.

Τον τραγουδάμε, τον τραγουδάει ο λαός.

* Ο Νίκος Κιάος είναι δημοσιογράφος

ΜΙΚΗΣ

Υπάρχει μέσα μας όπως υπάρχουν ο πατέρας και η μάνα μας

Ο Μίκης υπάρχει μέσα μας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Είναι η ρίζα μας που πάει κάτω, βαθιά στο χώμα, δίπλα από τα παρακλάδια του Χατζιδάκι, του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του σμυρναίικου μινόρε, της πεντατονικής πολυφωνίας, του ριζίτικου τραγουδιού και του βυζαντινού ύμνου. Πάνω σε τούτες τις ρίζες χτίζουμε ακόμα τις μουσικές μας για να μιλήσουμε, να κριτικάρουμε, να αντιδράσουμε, να αντισταθούμε

Του Δημήτρη Μητσοτάκη*

Αν κλείσω τα μάτια και σκεφτώ τον Μίκη, θα δω μπροστά μου εκείνη τη φωτογραφία με τα τεράστια ανοιχτά χέρια του, που είναι λες και αγκαλιάζει όλο τον τόπο. Τους συντρόφους του και τους βασανιστές του, τους αγωνιστές και τους ρουφιάνους, τους ήρωες και τους παραδομένους. Τους ποιητές της ήττας, τους Λαμπράκηδες, τα παιδιά της ΕΠΟΝ. Την Κρήτη, τη Μικρασία, το Παρίσι, τη Μακρόνησο, τη Ζάτουνα, την οδό Μπουμπουλίνας. Τη «Φαίδρα», τον «Αλέξη Ζορμπά», το «Σέρπικο». Τον «Επιτάφιο», το «Άξιον Εστί», τη «Ρωμιοσύνη».

Μίκης Θεοδωράκης, ο άνθρωπος που ξεσήκωνε τα πλήθη με τα εμβατηριακά του 2/4, ο λυρικός μελωδός του “Όμορφη Πόλη”, του “Χάθηκα”, του “Δρόμοι Παλιοί”, ο συνθέτης που πάντρεψε το τσιτσανικό ζεϊμπέκικο και το χασάπικο με την ποίηση του Λειβαδίτη, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, ο ανθρωπιστικός και βαθιά πολιτικός λόγος, μέσα από τους μεγεθυντικούς φακούς της τέχνης, ο άνθρωπος που πήρε θέση, κυνηγήθηκε, δοξάστηκε, αμφισβητήθηκε, δίχασε, αλλά άφησε το αποτύπωμά του για πάντα πάνω σε αυτή τη χώρα, που τόσο αγάπησε, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, αφού για τους περισσότερους ξένους η Ελλάδα είναι συνυφασμένη με τις μελωδίες του.

Δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω με σαφήνεια αν οι ροκ μπαλάντες διαμαρτυρίας και το ρεμπέτικο με οδήγησαν στο έργο του Μίκη ή το αντίθετο. Ξέρω όμως με βεβαιότητα ότι αυτοί είναι οι δύο πυλώνες -χωρίς να ξεχνώ και τον έτερο γίγαντα Μάνο Χατζιδάκι- που επηρέασαν το έργο μου και θα τολμούσα να πω το μεγαλύτερο μέρος των ροκ τραγουδοποιών της γενιάς μου.

Σαν χθες θυμάμαι τους επικούς καυγάδες με άλλους έφηβους μουσικούς, στην πλατεία Κύπρου της Καλλιθέας, για το αν ο Μίκης είναι ροκ ή λαϊκός -πόσο ανόητος διαχωρισμός για δύο τόσο συγγενικά είδη!- και αν τα 2/4, που χρησιμοποιούσε κατά κόρον, ήταν “επαναστατική” μανιέρα ή έμπνευση.

Όμως ο Μίκης ήταν ήδη μέσα μας. Ο λόγος του μας κινητοποιούσε. Οι απόψεις του μας γαλουχούσαν, οι ποιητές που διάλεγε να μελοποιήσει μας διαμόρφωναν, μας άλλαζαν, μας διαπαιδαγωγούσαν ωσότου γίνουμε ο εαυτός μας. Και ύστερα γυρίσαμε, μεσήλικοι πλέον, να αμφισβητήσουμε τις στερνές ιδέες του, μα ποτέ το έργο του. Μια θάλασσα μελωδίες που μας κούρδιζαν, μας χάιδευαν, μας συγκινούσαν. Μας άφησε ανεξίτηλο σημάδι, σφραγίδα παντοτινή: ένας δάσκαλος της ψυχής και του πνεύματος.

Ο Μίκης υπάρχει μέσα μας είτε το θέλουμε είτε όχι.  Όπως υπάρχουν ο πατέρας και η μάνα μας. Είναι η ρίζα μας που πάει κάτω, βαθιά στο χώμα, δίπλα από τα παρακλάδια του Χατζιδάκι, του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του σμυρναίικου μινόρε, της πεντατονικής πολυφωνίας, του ριζίτικου τραγουδιού και του βυζαντινού ύμνου.

Πάνω σε τούτες τις ρίζες χτίζουμε ακόμα τις μουσικές μας για να μιλήσουμε, να κριτικάρουμε, να αντιδράσουμε, να αντισταθούμε. Να μιλήσουμε για την αδικία, την κοινωνική ανισότητα, τις διακρίσεις, τον ρατσισμό, για τον φασισμό και την κρατική βία. Για τη διαφθορά, την αλαζονεία και την εκδικητικότητα της εξουσίας. Για όλα εκείνα δηλαδή που μίλησε και στάθηκε απέναντι και το ίδιο το έργο του Μίκη μέχρι να γίνει διαχρονικό.

Κάποτε οι πληγές σβήνουν. Τα τραγούδια όμως που μας παρηγόρησαν θα ακούγονται παντοτινά. Αθάνατος!

* Ο Δημήτρης Μητσοτάκης είναι μουσικός

ΜΙΚΗΣ

Για τον Μίκη

Το σώμα έφυγε, το πνεύμα και το πολύπλευρο έργο του θα παραμείνει ως αέναο λίπασμα για να γονιμοποιήσει τις γενιές. Είναι ο πνευματικός Πατέρας όλων μας· τουλάχιστον όσων μπόρεσαν να διεισδύσουν βαθιά μέσα στον μελωδικό και ποιητικό του λόγο, τον οποίο μάς άφησε παρακαταθήκη για πάντα

Του Νότη Μαυρουδή*

Το περιμέναμε όλοι! Το σώμα, πτοημένο, γερασμένο, έδειχνε πως ήταν έτοιμο να φύγει. Ενενήντα έξι χρόνια είναι πολλά για να αντέξουν το βάρος μιας ζωής δραστήριας, με δράσεις ακατάπαυστες, κοπιαστικές, αγώνες αγωνιώδεις· έπαιξε σπουδαίο δημιουργικό, πνευματικό, πατριωτικό ρόλο και, ακόμα περισσότερο, ανθρωπιστικό!

Το σώμα του Μίκη Θεοδωράκη δεν θα υπάρχει πλέον ανάμεσά μας. Έστω εκείνο το κουρασμένο κι αδύναμο, πάνω στο καροτσάκι τής τελευταίας περιόδου· αποκαμωμένο πλέον από τον αδυσώπητο χρόνο. Βλέπαμε όμως πως ήταν εκεί, πως υπήρχε. Ήταν ανάμεσά μας. Ήταν παρών. Μαζί με τους ξεχωριστούς αυτού του πλανήτη.

Ο Μίκης (και ο Μάνος) μάς εισήγαγαν στην προνομιούχο θέση να γνωρίσουμε βαθύτερα τη δυνατότητα και την τέχνη να ακούμε και να τραγουδάμε τον ποιητικό λόγο, να νιώθουμε την ανθρώπινη διάσταση των τραγουδιών και των νοημάτων, την ενσωματωμένη φιλοσοφία των ποιητών, την τέχνη των λέξεων, τα ουμανιστικά μηνύματα που υπήρχαν βαθιά μέσα στις λέξεις. Ήταν ο θεμελιωτής του νεότερου μεταπολεμικού τραγουδιού - και για να το διορθώσω· του νεότερου πολιτισμού!

Θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά στα μίντια, στις εφημερίδες, στο Διαδίκτυο. Οι στιγμές αυτές μετά τον θάνατό του, αυτές οι συγκινητικές στιγμές, μας υποχρεώνουν στην εσωτερική αναζήτηση και στη δημιουργική Σιωπή!

Το σώμα έφυγε· το πνεύμα και το πολύπλευρο έργο του θα παραμείνει ως αέναο λίπασμα για να γονιμοποιήσει τις γενιές. Είναι ο πνευματικός Πατέρας όλων μας· τουλάχιστον όσων μπόρεσαν να διεισδύσουν βαθιά μέσα στον μελωδικό και ποιητικό του λόγο, τον οποίο μάς άφησε παρακαταθήκη για πάντα.

* Ο Νότης Μαυρουδής είναι μουσικός

Μίκης Θεοδωράκης

Θα είναι πάντα παρών στη μνήμη της Χίλης

Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη φεύγει κι ένας ολόκληρος κόσμος που ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται, ο κόσμος εκείνος που πολλοί από μας ονειρευόμασταν και ονειρευόμαστε ακόμα, όπου ο άνθρωπος θα είναι πιο κοντά στον άνθρωπο

Του Πέδρο Βικούνια*

Σήμερα 2 Σεπτεμβρίου, εδώ στη μακρινή Χιλή, στο χείλος του Ειρηνικού Ωκεανού, ξυπνήσαμε με μια πικρή γεύση στο στόμα και μίαν απροσδιόριστη θολούρα στη ματιά. Είχε φύγει ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης, πρωί - πρωί, έτσι άξαφνα για μας, που είμαστε τόσο αλάργα από την αγαπημένη μας Ελλάδα (δεύτερη πατρίδα στην περίπτωσή μου), και ο χρόνος μοιάζει να μην περνά και να μένει ασταμάτητος στη μνήμη.

Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη φεύγει κι ένας ολόκληρος κόσμος που ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται, ο κόσμος εκείνος που πολλοί από μας ονειρευόμασταν και ονειρευόμαστε ακόμα, όπου ο άνθρωπος θα είναι πιο κοντά στον άνθρωπο.

Το 1971 ο Μίκης είχε έρθει στη Χιλή όταν ο Γαβράς γύριζε την ταινία του “Κατάσταση Πολιορκίας”. Τότε η χώρα μας είχε αρχίσει να χτίζει τον δικό της δρόμο για τον σοσιαλισμό, όταν ήμασταν όλο πόθο για ζωή, όταν αρχίζαμε και ξαναπαίρναμε για τη χώρα μας τα μεγάλα ορυχεία χαλκού που βρίσκονταν στα χέρια του ξένου κεφαλαίου.

Όταν έγινε το πραξικόπημα στη Χιλή και άρχισαν οι αυθαίρετες συλλήψεις, τα βασανιστήρια, οι εξαφανίσεις και η εξορία, ο Μίκης στάθηκε στο πλευρό του λαού της Χιλής και έκανε το «Κάντο Χενεράλ» του Νερούδα μπαντιέρα αλληλεγγύης με τους Λατινοαμερικανούς κυνηγημένος από τις δικτατορίες που είχαν φυτρώσει σαν μανιτάρια στη βασανισμένη μας ήπειρο.

Κατά το διάστημα που στη χώρα μας διαφέντευε ο Πινοσέτ, ο Μίκης συνεργάστηκε με τα μουσικά χιλιανά συγκροτήματα που είχαν μείνει στην εξορία δείχνοντας πάντα τη μεγάλη του έγνοια για τα όσα συνέβαιναν εδώ. Φυσικά δεν μπορούσε να έρθει στη χώρα όπου τόσο λαχταρούσε να έρθει.

Κατά τα χρόνια της δικτατορίας εδώ, ο κόσμος δεν είχε μεγάλη πρόσβαση στη μουσική του Μίκη, και όμως ακουγόταν κάπου κρυφά το έργο του Μίκη, ιδιαίτερα το «Κάντο Χενεράλ», και περίμενε πώς και πώς να το ακούσει σε μια ζωντανή συναυλία.

Το 1993, μετά τη δική μας μεταπολίτευση, ο Μίκης μπόρεσε να έρθει και πάλι στη Χιλή, να παίξει, επιτέλους, στην πατρίδα του Νερούδα το «Κάντο Χενεράλ», που τόσο ποθούσαν οι Χιλιανοί να ακούσουν ζωντανά.

Ο Μίκης μάς έχει αφήσει, αλλά θα είναι πάντα παρών στη μνήμη του λαού μας.

* Ο Πέδρο Βικούνια είναι διανοούμενος και ελληνιστής

ΜΙΚΗΣ

Ένωσε τον λαό και τον σήκωσε ψηλά

Έφυγε η φθαρτή υπόσταση. Το πνεύμα όμως μένει. Αυτό το πνεύμα που έκανε την υψηλή ποίηση τραγούδι που ένωσε τον λαό και τον σήκωσε ψηλά. Η βαθιά ψυχή, η γενναιότητα, το ανεξάντλητο έργο που έγινε τραγούδι αξιοπρέπειας και παρηγοριάς, αυτό που ένωσε τους συνανθρώπους μας σε άλλες χώρες, από την Κρήτη μέχρι τη Λατινική Αμερική

Του Γιώργου Νταλάρα

Η Ελλάδα κι ο κόσμος πενθεί. Άπνοια. Σαν να κόπηκε ο αέρας. Έφυγε η φθαρτή υπόσταση. Αυτό το δυνατό, στιβαρό σώμα που υπέμεινε καρτερικά και αγόγγυστα πολέμους, διωγμούς, εξορίες, φυλακές, φάλαγγα, προβοκάτσιες, κυνηγητά. Το πνεύμα όμως μένει. Αυτό το πνεύμα που έκανε την υψηλή ποίηση τραγούδι που ένωσε τον λαό και τον σήκωσε ψηλά. Η βαθιά ψυχή, η γενναιότητα, το ανεξάντλητο έργο που έγινε τραγούδι αξιοπρέπειας και παρηγοριάς, αυτό που ένωσε τους συνανθρώπους μας σε άλλες χώρες, από την Κρήτη μέχρι τη Λατινική Αμερική. Ο Μίκης, ως μέγιστος εθνικός ευεργέτης, προσέφερε απλόχερα τη μουσική του, τα τραγούδια του, τον λόγο του, το υπόδειγμα της ζωής του σε όλο τον κόσμο.

Ανεκτίμητη περιουσία!

Τα θεμέλιά του είναι στα βουνά. Και αυτά τα βουνά καλούμαστε όλοι και κυρίως ο σκεπτόμενος και ο ανήσυχος λαός που τόσο αγάπησε να σηκώσει τώρα στους ώμους του, όσο αντέξει, αυτή την παρακαταθήκη. Έτσι όπως σήκωνε αυτός στους ώμους έναν αιώνα όλη την Ελλάδα ώς τα πέρατα της γης. Δεν είναι εύκολο ν’ αντέξουμε, αλλά θα προσπαθήσουμε!

Μικρό παιδί με πήγε η μάνα μου, συναγωνίστριά του, στη Νέα Σμύρνη να τον δω για πρώτη φορά. Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά, πολύ ψηλά, για να τον συναντήσω. Σήμερα τα κατέβασα για πρώτη φορά για να τον δω, για να του πω πόσο τον αγαπάμε και πόση ευγνωμοσύνη του χρωστάμε. Εμείς και ο κόσμος όλος.

ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ

Μάθαμε να αγωνιζόμαστε κοντά σου

Όταν μου έγραψε η Μαργαρίτα ότι έρχεται το τέλος, ήρθε στον νου μου το έργο του « Ήλιος και χρόνος». Και όπως λέει ο ίδιος, «όταν σταματήσει ο χρόνος το κελί μου γεμίζει μήνες»... Ο δικός μου χρόνος σταμάτησε και γέμισε με μνήμες χρόνων, συμπυκνωμένων στιγμών από μια ολόκληρη ζωή με την οικογένεια Θεοδωράκη.  Όλες αυτές οι μνήμες συγκεντρώθηκαν σε μια στιγμή, εικόνες ευτυχισμένες και εικόνες αγώνων

Της Λαοκρατίας Λάκκα*

Αποχαιρετισμός στον μεγάλο και αιώνιο φίλο μου Μίκη που αποκοιμήθηκε αφού λογάριασε τον αέρα, καθάρισε τον ουρανό και έπλυνε τον άνεμο.

Τον πήρε η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την ράχη της στα παραθυρόφυλλα...

Έζησα κοντά στην οικογένειά του και κοντά σε αυτόν πάνω από εξήντα χρόνια. Όταν μου έγραψε η Μαργαρίτα προχθές ότι έρχεται το τέλος, ήρθε στον νου μου το έργο του « Ήλιος και χρόνος». Και όπως λέει ο ίδιος, «όταν σταματήσει ο χρόνος το κελί μου γεμίζει μήνες»... ο δικός μου χρόνος σταμάτησε και γέμισε με μνήμες χρόνων, συμπυκνωμένων στιγμών από μια ολόκληρη ζωή με την οικογένεια Θεοδωράκη. Όλες αυτές οι μνήμες συγκεντρώθηκαν σε μια στιγμή, εικόνες ευτυχισμένες και εικόνες αγώνων... Εικόνες από τον Μίκη να κατεβαίνει κάτωχρος από το τρένο στον σταθμό Λαρίσης, συνοδεύοντας τον Λαμπράκη, εικόνες του στο μικρό εκκλησάκι με το σώμα του Πέτρουλα, που θέλαν να τον κηδέψουν κρυφά, απέναντι σε δεκάδες αστυνομικούς.

Εικόνες του Μίκη από το Λονδίνο στο σπίτι του Γιώργου Κατηφόρη αμέσως μόλις είχε βγει στο εξωτερικό, και που με συμβούλευσε να δουλέψω στο Παρίσι. Χιλιάδες εικόνες του Μίκη στη Γαλλία την περίοδο της Δικτατορίας, από τις συναυλίες, τις συζητήσεις μας βράδια ολόκληρα, και από τη Μυρτώ να μας μαγειρεύει στα ξενύχτια μας. Εικόνες από το στούντιό του στην οδό Πολυβό, όταν έγραφε το "Κάντο Χενεράλ", με τον Νερούντα παρόντα να χορεύει ευτυχισμένος που στη Χιλή είχε κερδίσει ο Αλιέντε.

ΜΙΚΗΣ
Μπροστά στο σπίτι του στον Γαλατά με έναν εξάδερφό του

Φτάνουν ακόμη στη μύτη μου οι μυρωδιές από τη μαγειρική της Μυρτούς τα βραδιά, στο γεμάτο κόσμο σπίτι του στο βουλεβάρτο Σαν Μισέλ. Και οι εικόνες από την εξάωρη βόλτα μας με το αυτοκίνητο του Στέλιου Αναστασιάδη για να φτάσουμε στο Βραχάτι, όταν έπεσε η Δικτατορία, ενώ οι στρατιώτες τον παρακαλούσαν να κατεβάσει αυτός το πουλί της Χούντας. Δεν θα ξεχάσω τη σουρεαλιστική του συζήτηση, ένα απόγευμα που τον επισκέφθηκα με τον σύντροφό μου Γιώργο. Μας μιλούσε για τις μάχες στου Μακρυγιάννη, στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Μας έδειχνε τον δρόμο κάτω από το σπίτι, στον οποίο ανέβαιναν οι γυναίκες αντάρτισσες με τον νεκρό θεό Διόνυσο που τον είχαν σκοτώσει οι ταγματασφαλίτες, ενώ από την άλλη πλευρά ανέβαιναν εκείνοι αλαλάζοντας.

Δεν θα ξεχάσω το ταξίδι με τον Μίκη και με τον Μίμη Δεσποτίδη, τον αγαπημένο φίλο του Μίκη, στη Σουηδία και τη συνάντησή μας με τον πατέρα μου, τον σύντροφο Μπάμπη Καλατζή και την ομάδα των Ελλήνων προσφύγων. Αλλά και το άλλο ταξίδι μου με το αυτοκίνητό του και τον Μιχάλη Κακογιάννη για το Λονδίνο, για μια συναυλία του με το "Πνευματικό εμβατήριο".

Πόσα δεν έμαθα κοντά του, πόσα βιβλία με ποίηση δεν μου χάρισε, σε πόσες γιορτές γενεθλίων του δεν συμμετείχα...

Μίκη μας αγαπημένε, δεν θα ξεχάσω το χιούμορ σου, όταν κάποτε μου είπες να γραφτώ στη λίστα για το ταξίδι στα Χανιά. Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσες... Δεν θα ξεχάσω την αφήγησή σου όταν επέστρεψες στο Παρίσι από την κηδεία του συνεργάτη σου Διδίλη. Μας είπες ότι «τον κουβέντιασες και ότι τον μάλωσες γιατί πέθανε βροχερή μέρα»... και μετά έκλαψες σαν μωρό παιδί. Δεν θα ξεχάσω τον πόνο σου για τον αδερφό σου Γιάννη, όταν η Μυρτώ μού ζήτησε να έρθω να σε δω στο Βραχάτι. Ώρες ολόκληρες μου μιλούσες για ’κείνον και για τον φίλο σου Μιχάλη Κατσαρό. Έτρεχες από ένα νοσοκομείο στο άλλο.

Πώς να μην σκέφτομαι τώρα τη Μυρτώ που την έβλεπα κάποιες Δευτέρες και με ξαναγύριζε στις παλιές εποχές... τη Μαργαρίτα μου και τον Γιώργο και όλα τα εγγόνια...

Είσαι για πάντα στην ψυχή μας, γενναίος, ποιητικός, πιστός φίλος και μας εμπνέεις με τα οράματά σου. Μάθαμε να αγωνιζόμαστε κοντά σου... Δεν λέω αντίο γιατί είσαι μαζί μας.

* Η Λαοκρατία Λάκκα είναι βιολόγος και συγγραφέας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL