Δικαιούται να ιδιοποιείται τα πάντα. Παράνομα και παράτυπα. Μια κυβέρνηση που κραυγάζει δημοσίως υπέρ της ιδιωτικοποίησης του δημοσίου πλούτου της χώρας -την Παιδεία την Υγεία, την ενέργεια, τη φύση- αλλά τον χρησιμοποιεί κατ’ ιδίαν, τον κατακερματίζει και τον απαξιώνει για τον πλουτισμό της και τον απευθείας πλουτισμό εκείνων που την στηρίζουν. Δεν διστάζει να χειριστεί, με πρόσχημα την πανδημία που δεν μπορεί και δεν θέλει να διαχειριστεί, όχι μόνο τον προσδόκιμο χρόνο επιβίωσής μας ως νοσούντων από χιλιάδες ασθένειες αλλά και εκείνον τον απαραίτητο για την ισορροπία μας ελεύθερο χρόνο της ψυχαγωγίας μας.
Κρατώντας με εμμονή ανοιχτά τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, ανοχύρωτα τα ΜΜΜ και τα εργοστάσια και κλειστά τα βιβλιοπωλεία, τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες. Απαγορεύοντας στους πολίτες να κάθονται ακόμα και στα παγκάκια της πλατείας. Εκτείνοντας τις ώρες της κακοπληρωμένης τηλεργασίας μας και της εθιστικής καθήλωσης μικρών και μεγάλων, παθητικών θεατών, μπροστά από μικρές οθόνες υπολογιστών και τηλεοράσεων. Εγκαθιδρύοντας παράτυπα και παράνομα τη δική τους «τάξη χρόνου» και τη δική τους «τάξη της βίας». Που επιβάλλουν σε όσους επιχειρήσουν να απελευθερωθούν από αυτήν και να διεκδικήσουν νόμιμα τα απολύτως ανθρώπινα δικαιώματά τους. Θέτοντάς τους αντιμέτωπους με τις αύρες, τα πτυσσόμενα ρόπαλα, τα χημικά αέρια των «οργάνων» τους, ακόμα και σε μεσοαστικές γειτονιές σαν τη Νέα Σμύρνη, σε ανθρώπους που τόλμησαν να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους μιαν ηλιόλουστη Κυριακή. Για να πάρουν κάποιες από τις πρώτες ανάσες της άνοιξης στο απαγορευμένο πλέον παγκάκι της κεντρικής τους πλατείας.
Ανάσες που η φύση -και η λιγοστή φύση της νεοελληνικής πόλης- δίνει και μας αναπτερώνει. Όπως εκείνες που δείχνει ο εικαστικός Δημήτρης Γέρου στις σουρεαλιστικές, διατυπωμένες με ρεαλιστικά στοιχεία και με μιαν ανάλαφρη γραφή, ψηφιακά τυπωμένες, ακουαρέλες του. Με σήμα κατατεθέν τη χαρακτηριστική λιλιπούτεια, κοστουμαρισμένη, ανδρική του φιγούρα, την εφοδιασμένη με τα διάφανα φτερά της λιβελούλας στους ώμους, που τρέχει, διαφεύγει σε ένα κατακόκκινο λιβάδι με παπαρούνες. Το δένδρο που κρύβει στο φύλλωμά τους χιλιάδες μικρά, πολύχρωμα, σχηματοποιημένα πουλιά και προβάλλεται πάνω σε μια γαλάζια κουρτίνα με φόντο ένα τοπίο με κυματιστές κορυφογραμμές. Το κομμένο μήλο που περιτριγυρίζεται από μικρούτσικα πτηνά, ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανθρώπινη φιγούρα μέσα σε μια βάρκα κι ένας φάρος.
«Το μεγαλείο της αληθινής τέχνης», γράφει ο Γάλλος συγγραφέας Μαρσέλ Προυστ -γιος επιδημιολόγου και μελετητή της χολέρας, που πέθανε νέος από πνευμονία και έγινε γνωστός με το πολύτομο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»-, «είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να γνωρίσουμε αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στον βαθμό που διογκώνεται η συμβατική και αδιαβροχοποιημένη γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει και που πολύ απλά είναι η ζωή μας...». Είναι η πραγματικότητα που θέλει να ιδιοποιηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη με τον τρόμο και τον φόβο και τη δική της «τάξη». Να εμποδίσει τα σύννεφα της δικαιολογημένης μας οργής να πυκνώσουν και να φέρουν την καταιγίδα της κάθαρσης. Που θα παρασύρει μαζί της και τις «αδιαβροχοποιημένες» εικόνες των καναλιών της.
Info: Δημήτρης Γέρου, «Πολλαπλά», Εικαστικός Κύκλος ΔΛ, Ακαδημίας 6