Live τώρα    
Μουσική / Στη Μηχανή του Χρόνου με την Ελένη Καραΐνδρου (2)
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μουσική / Στη Μηχανή του Χρόνου με την Ελένη Καραΐνδρου (2)

Ελένη Καραίνδρου
Φωτο: Γιάννης Κανελλοπουλος

Ο μονόλογος της Ελένης Καραΐνδρου με είχε παρασύρει. Καθώς το φως γύρω μειωνόταν αισθητά, θυμήθηκα τον σκοπό μου να την υποβάλω σε μια «κλασική» συνέντευξη. Ανοίγω τα χαρτιά μου και συνειδητοποιώ πως τα περισσότερα είχαν ήδη απαντηθεί ή έστω θιγεί. (Μέρος 2ο)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

* Κυρία Καραΐνδρου, πώς εξωτερικεύετε τα συναισθήματά σας στις επαγγελματικές και τις προσωπικές σας σχέσεις;

Πιστεύω πως θα έχεις ήδη διαπιστώσει πως είμαι ένα εντελώς διαφορετικό άτομο απ’ ό,τι υπέθετες στην αρχή της συζήτησής μας. Ε, λοιπόν, είμαι ένας άμεσος άνθρωπος, δεν κρύβομαι, μιλάω στους ανθρώπους κοιτάζοντάς τους στα μάτια. Αμέσως καταλαβαίνω με ποιον έχω να κάνω. Δεν είμαι ποτέ μίζερη ή αρνητική, επειδή βρίσκω ενδιαφέροντα πράγματα σε πολλούς ανθρώπους. Είμαι θετικός και πολύ επικοινωνιακός τύπος, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί φαντάζονται ακούγοντας τη μουσική μου.

Η επικοινωνία μου με το κοινό είναι κάτι μαγικό. Δεν θα έκανα ποτέ συναυλίες απλά για να προβάλω έναν δίσκο. Πιστεύω πως δεν πρέπει να φθείρω αυτή την υπέροχη σχέση μέσα απ’ τη συχνή τριβή. Θα πρόδιδα τον εαυτό μου.

Φοβάμαι πολύ τα οργανωμένα πράγματα. Δεν τους θέλω τους ατζέντηδες. Από την πρώτη στιγμή που βγήκα με τη «Μεγάλη Αγρυπνία», το τηλέφωνό μου κόντεψε να σπάσει.  Όλοι θέλανε να πάω κάπου. Οι συναυλίες μου είναι κάτι που δεν θέλω να μηχανοποιηθεί.

Με τον Manfred Eicher

Έχω δουλέψει πολύ με τον παραγωγό μου στην ECM, τον Manfred Eicher. Μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Όταν συναντηθήκαμε και συνεργαστήκαμε, υπήρξε απόλυτη ταύτιση ιδεών, ρυθμών, αισθητικής κατεύθυνσης. Ο Manfred δίνεται μέχρι κεραίας. Μέσα στο στούντιο δίνεται, παθιάζεται, ακούει την κάθε παραμικρή νότα και αναδεικνύει στο μοντάζ κάθε τι καλό.

Δεν υπάρχει μόριο του σώματός του, της ψυχής του, του μυαλού του, που να μην είναι εκεί, όταν αποφασίσει να κάνει κάτι. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν είναι αλλού, είναι αλλού! Γι’ αυτό είμαστε φίλοι. Πιστεύω πως μοιάζουμε σαν δύο σταγόνες νερό. Γι’ αυτό δεν παρεξηγώ και τις απουσίες του.

Ο Manfred είναι μουσικός, έχει παίξει κοντραμπάσο με τη Συμφωνική του Βερολίνου, έχει γράψει μουσική και πριν κάνει την ECM στα είκοσί του χρόνια δούλεψε στην Deutsche Grammofon.  Όταν ξεκίνησε τη δική του εταιρεία, ήταν ένας μουσικός, συνθέτης και σημαντικός διανοούμενος. Ασχολείται με τον κινηματογράφο κι έχει κάνει μια καταπληκτική ταινία.

Με τον Jan Garbarek

Με τον Jan συναντηθήκαμε σχεδόν από σύμπτωση. Είχα παρακολουθήσει την ECM σχεδόν από το ξεκίνημά της.  Όταν έγραψα το θέμα του «Μελισσοκόμου», αισθάνθηκα πως αυτός ο ήχος του «κλαρίνου» από το τενόρο σαξόφωνο που θυμόμουνα από το «Places» -με αυτό το υπέροχο ασπρόμαυρο εξώφυλλο- είχα πει ότι αυτός, πραγματικά, είναι πιο Βαλκάνιος από τους ίδιους τους Βαλκάνιους!

Άρχισα να «ακούω» το θέμα με αυτόν.

Τηλεφώνησα όχι στην ECM, αλλά στο Εθνικό Θέατρο του  Όσλο και αυτοί μου έδωσαν αμέσως το τηλέφωνό του. Μου απάντησε αυτοπροσώπως. Με τα λίγα τότε Αγγλικά μου -τώρα τα έχω αναγκαστικά βελτιώσει- του είπα πως έχω γράψει ένα θέμα που νομίζω πως μόνο αυτός μπορεί να παίξει. Δεν ήξερε ούτε τον Αγγελόπουλο ούτε τον ελληνικό κινηματογράφο.  Ήταν όμως πολύ ευγενικός.  Έτσι κι εγώ, μη μπορώντας να του εξηγήσω τη διαδικασία, «θα σου στείλω κασέτα... κ.λπ.», πήρα το αεροπλάνο και πήγα να τον βρω. Στο  Όσλο!

Στο σπίτι του, σε μια ήρεμη, κατανυκτική και χαλαρωτική ατμόσφαιρα, μιλήσαμε πολύ. Κι όταν άκουσε το μοιρολόι από το «Καλή πατρίδα, σύντροφε», δάκρυσε. Σε λίγο πήγαμε στο μικρό του στούντιο, εγώ του έπαιξα στα πλήκτρα και του τραγουδούσα το θέμα, όπως κάνω σε όλες μου τις πρόβες. Εκεί βγαίνει το συναίσθημα, επικοινωνεί μουσικός με μουσικό. Το έπαιξε με το σαξόφωνό του.  Ήταν της Αναλήψεως του 1986. Τότε πέταξα για πρώτη φορά πάνω από τα φιόρδ...

Καραίνδρου
Φωτο: Γιάννης Κανελλοπουλος

Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Όταν έφερα την κασέτα στον Θόδωρο, μου είπε τη φοβερή και αστεία φράση: «Κι αν δε μ’ αρέσει;». Αν δε σ’ αρέσει, του λέω, θα κάνουμε κάτι άλλο για την ταινία κι εγώ θα έχω κερδίσει έναν υπέροχο φίλο! Πάντα έτσι δουλεύουμε. Με κόντρες!

Προσχήματα είναι όλες οι μεγάλες συναντήσεις στη ζωή. Με τον Αγγελόπουλο μπήκε εξαρχής σε μια πολύ δημιουργική φάση. Κι όταν μπαίνει κάτι απ’ την αρχή σε σωστό δρόμο, τότε δεν χαλάνε τα πράγματα.

Όταν με φώναξε για το «Ταξίδι στα Κύθηρα», μου είπε: «Εγώ ακούω συνέχεια το κοντσέρτο για δύο μαντολίνα του Βιβάλντι. Θα ήθελα να μου κάνεις κάποιες παραλλαγές». Του το ξεκαθάρισα: «Εγώ αυτό δεν σου το κάνω.  Άλλοι το κάνουν καλύτερα από εμένα. Θα έρθω στο σπίτι σου, θα μου πεις την ιστορία, τι αισθάνεσαι και μετά από αυτό που θα ανακινηθεί μέσα μου, αν καταφέρω να το εκφράσω και στο φέρω να το ακούσεις κι αυτό καλύψει όλα τ’ άλλα, έχει καλώς».

Ένα ολόκληρο απόγευμα μου διηγείται την ταινία -ακόμα δεν είχε καταλήξει στο φινάλε- έτσι όπως την έχει στο μυαλό του. Από τότε πολλά άλλαξαν, αλλά η ουσία έμεινε. Η κεντρική του ιδέα, το όραμά του ήταν σταθερό. Εγώ διαισθάνθηκα πίσω από όσα μου είπε τι ακόμα υπάρχει. Αυτό που δεν λέγεται.

Το επόμενο πρωί γράφω όλη τη μουσική για το «Ταξίδι στα Κύθηρα», ένα concerto grosso σαν κι αυτό που λάτρευε και άκουγε.  Άντε, τώρα, να καταφέρω να βγάλω τον Βιβάλντι από τη μέση. Θα ήθελε ένα θέμα που να μπορεί να μετατρέπεται σε blues, σε τραγούδι; Βρήκα τους ρυθμούς που του ταιριάζουν κάνοντας κάτι δικό μου.

Στο τραγούδι έβαλα πρόχειρους στίχους, που τελικά έμειναν, για να το καταλάβει. Του αφήνω την κασέτα και του λέω ότι, εφόσον άκουγε τον Βιβάλντι για δύο χρόνια, δικαιούμαι να μην με πάρει αμέσως στο τηλέφωνο και ν’ ακούσει αυτό που έγραφα για δύο μέρες. Με πήρε το απόγευμα και μου λέει: «Μου κάνει!». Έπεσα με τα μούτρα στην ενορχήστρωση, ηχογραφήσαμε στο στούντιο, πήρε τη μουσική πολύ πριν αρχίσει το γύρισμα της ταινίας.

Ο Θόδωρος σεβόταν τη μουσική γιατί καταλάβαινε από μουσική. Είχε ανάγκη από συνεργάτες που αποφασίζουν γρήγορα, γιατί ο ίδιος αργούσε να αποφασίσει. Αν περίμενα να μου απαντήσει, δεν θα προλάβαινα ποτέ να τελειώσω την ενορχήστρωση, κάτι που χρειάζεται μέχρι και έξι μήνες.

Η μουσική μου, ενώ μοιάζει φαινομενικά λιτή, αφαιρετική, απλή, έχει μεγάλες δυσκολίες. Κάτι που ομολογούν όλοι οι μαέστροι που έχουν διευθύνει έργα μου: ο Dennis Russel Davis, ο Μυράτ, ο Καρυτινός. Η ρυθμολογία μου έχει πολλές παύσεις, ανοίγματα, πολλά προσωπικά στοιχεία.

Κάποιοι προσπάθησαν να προκαλέσουν τις άμυνές μου λέγοντας πως οι μουσικές μου είναι έργα κατά παραγγελία. «Επένδυση είναι» λένε. Σαν να πηγαίνουν στον ράφτη για να τους πάρει τα μέτρα! Θα έχουν ξεχάσει ότι τα μεγαλύτερα έργα της μουσικής γράφτηκαν κατά παραγγελία βασιλιάδων και αρχόντων - προστατών των τεχνών. Ακόμα και ο Μάνος έχει γράψει πόσο σημαντικό κίνητρο ήταν γι’ αυτόν να δεχτεί μια παραγγελία. Ένα κίνητρο που ερέθιζε τη διάθεσή του για δημιουργία.

Μια μεγάλη «οικογένεια»

Ο κινηματογράφος ήταν μια μεγαλειώδης παρέμβαση στη ζωή μου. Μπορεί και να κλείσει. Το γεγονός ότι τώρα κάνω πιο πολλές συναυλίες, ετοιμάζω ανεξάρτητους δίσκους και ότι δίπλα μου υπάρχει ένας εμπνευσμένος παραγωγός είναι ένα κίνητρο για να ασχοληθώ με τη μουσική καθεαυτή.

Μέσα στη μεγάλη «οικογένεια» στην οποία ανήκω, επειδή θέλω να ανήκω χωρίς χαρτιά και συμβόλαια, δημιουργούνται σχέσεις πολύ σημαντικές, τις οποίες πρέπει να τροφοδοτείς με έμπνευση για να υπάρχουν.

Οι μεγάλες συναντήσεις που με έχουν εμπνεύσει πλήθυναν: υπάρχει ο Eicher, o Garbarek, ο Demenga, η Kashkasian και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες που, γνωρίζοντάς τους, οι ορίζοντες μου ανοίγουν, εξάπτουν τη δημιουργικότητά μου, πάντα σε σχέση με την ποίηση η οποία λειτουργεί μέσα μου.

Αυστηρές επιλογές

Η συνδημιουργία μου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο με οδήγησε να γράψω έργα εμπνευσμένα απ’ αυτήν. Ο δρόμος, τώρα, με πάει κάπου αλλού, δεν ξέρω πού. Είχα κι έχω μπαράζ από προτάσεις, όμως ποτέ δεν μπήκα στο «λούκι». Είμαι πάντα πολύ αυστηρή στις επιλογές μου. Για το σινεμά θα έπρεπε να κάνω κάτι τουλάχιστον εξίσου καλό με του Θόδωρου.  Όχι πιο πίσω, και όχι για τα λεφτά μόνο.

Μου τρώει απίστευτα πολύ χρόνο το να διαβάσω τις προτάσεις και να απαντήσω. Χρειάζεται καθαρό μυαλό γι’ αυτό. Προτιμώ, αν δεν είμαι σίγουρη για κάτι, να μην το κάνω. Δεν θέλω, στο μέτρο του δυνατού, να βάλω «νερό στο κρασί» μου.

Θεωρώ τον εαυτό μου συνθέτη συμφωνικής μουσικής. Ακόμα κι όταν έγραφα για το «Ταξίδι στα Κύθηρα», για ορχήστρα έγραφα, παρότι δεν υπήρχαν τα χρήματα για πολλά έγχορδα, και στο στούντιο τα πολλαπλασίαζα.  Όταν πήγα για πρώτη φορά στο Ηρώδειο, η παραγωγή επέτρεπε περισσότερα όργανα, μέχρι σαράντα πέντε. Στην Επίδαυρο, στην οποία ο χώρος «ρούφαγε τον ήχο», αύξησα τον όγκο για να ακούγονται καλύτερα τα έγχορδα. Γράφω δε πολύ λιγότερα έργα για πιάνο. Με ενδιαφέρει η ορχήστρα.

Κάπου εδώ η αφήγησή της σταματάει ξαφνικά, οι σημειώσεις μου εξαντλούνται. Φτάνει η στιγμή να σας αποκαλύψω ότι η συζήτηση αυτή με την Ελένη Καραΐνδρου έγινε πίσω στο μακρινό 1998. Και σήμερα, με μεγάλη αγάπη και εκτίμηση για το τεράστιο έργο της, τη φιλοξενώ στις σελίδες της «Αυγής» της Κυριακής.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0