“Προστατεύσαμε τις τράπεζες το 2008, ας προστατεύσουμε τους κινηματογράφους, τα θέατρα και τα βιβλιοπωλεία το 2020. Προσωπικά, για να ζήσω, χρειάζομαι την τράπεζά μου. Αλλά χρειάζομαι επίσης το σινεμά”. Τα λόγια ανήκουν στον Τιερί Φρεμό, γενικό διευθυντή του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, που επρόκειτο να σηκώσει αυλαία την Τρίτη και ακυρώθηκε λόγω κορωνοϊού.
Ο ίδιος, σε συνέντευξή του στον ιστότοπο www.screendaily.com, αποκαλύπτει ότι η ταινία “Da 5 Bloods” του Σπάικ Λι, που θα προβληθεί στις 12 Ιουνίου στο Netflix, θα σηματοδοτούσε την επιστροφή της γνωστής πλατφόρμας στο Φεστιβάλ. Ο Φρεμό είπε επίσης ότι ο Σπάικ Λι, που θα ήταν πρόεδρος της Επιτροπής του Φεστιβάλ, δήλωσε στους διοργανωτές ότι “παραμένει πιστός στο Φεστιβάλ”.
Ο κατάλογος των ταινιών
Παράλληλα, ο Φρεμό αποκαλύπτει ότι οι υπεύθυνοι επεξεργάζονται και πρόκειται να δώσουν στη δημοσιότητα στις αρχές Ιουνίου τον κατάλογο των ταινιών που θα μετείχαν στο 73ο Φεστιβάλ. “Όλες οι ταινίες είναι προγραμματισμένες να προβληθούν στις αίθουσες από σήμερα έως την άνοιξη του 2021. Η επιλογή μάλλον δεν θα έχει τη συνηθισμένη της δομή, με τη διαγωνιστική ενότητα, την 'Un Certain Regard' και την εκτός συναγωνισμού ενότητα. Θα ήταν γελοίο να συμπεριφερόμασταν σαν μην είχε συμβεί τίποτε. Αλλά βαθιά μέσα μας εκείνο που θέλουμε να κάνουμε είναι να προωθήσουμε τις ταινίες που είδαμε και μας άρεσαν. Λάβαμε ταινίες από όλο τον κόσμο, καταπληκτικές δουλειές, και είναι καθήκον μας να τις βοηθήσουμε να βρουν το κοινό τους. Μόλις ανακοινώσουμε τον κατάλογο, ο στόχος είναι να ξεκινήσει η διοργάνωση εκδηλώσεων στους κινηματογράφους. Επαγγελματίες από όλο τον κόσμο, με τους οποίους είμαστε καθημερινά σε επαφή, μας λένε ότι αυτή είναι μια ευκαιρία για τα σχέδιά τους”.
Ο ίδιος αναφέρεται στις συνεργασίες του Φεστιβάλ των Καννών με άλλα φεστιβάλ: “Μια εξαιρετική κατάσταση απαιτεί εξαιρετικές απαντήσεις. Μας έχουν καλέσει πολλά φεστιβάλ κι αυτό είναι μια συγκινητική κίνηση σ’ αυτό το πλαίσιο όπου η ενότητα και η αλληλεγγύη είναι ουσιαστικές. Θα πάμε στο Τορόντο, στην Ντοβίλ, την Ανγκουλέμ, στο Σαν Σεμπαστιάν, στη Νέα Υόρκη, στο Μπουζάν στην Κορέα, ακόμη και στο φεστιβάλ Lumiere στη Λυών. Και με τη Βενετία θα συνεργαστούμε στενότερα και θα παρουσιάσουμε μαζί ταινίες”.
"Τον Ιούνιο τα σχέδιά μας για το φθινόπωρο"
Απαντώντας σε επικρίσεις σχετικά με την έλλειψη σαφήνειας για τα σχέδια του Φεστιβάλ, ο Φρεμό εξηγεί ότι ο αρχικός σχεδιασμός, λόγω της κρίσης, ήταν για μετάθεση του φεστιβάλ στις αρχές Ιουλίου. “Όμως στις 13 Απριλίου ο Πρόεδρος Μακρόν απαγόρευσε όλα τα φεστιβάλ στη διάρκεια του καλοκαιριού. Αναγκαστήκαμε έτσι να εγκαταλείψουμε τον σχεδιασμό για τον Ιούλιο. Και τότε οργανώσαμε την ψηφιακή 'Αγορά του Φιλμ' και ανακοινώσαμε την επιλογή των ταινιών για τις αρχές Ιουνίου. Και θα ανακοινώσουμε τον Ιούνιο τα σχέδιά μας για το φθινόπωρο. Αυτό είναι ένα πολύ σαφές καλεντάρι”. Ο ίδιος τονίζει ότι μαζί με τον πρόεδρο του Φεστιβάλ Πιέρ Λεσκίρ “δεν θέλαμε να εγκαταλείψουμε το πεδίο και να πάμε στο 74ο Φεστιβάλ αφήνοντας πίσω μας όλους όσοι εξαρτώνται από εμάς”.
Αναφερόμενος στις συνέπειες της πανδημίας στην κινηματογραφική βιομηχανία, ο Φρεμό τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι “θα χρειαστεί παιδαγωγία, πειθαρχία και εθελοντισμό” και σημειώνει την ανάγκη “ενδυνάμωσης όλης της αλυσίδας διανομής”.
Οι προκλήσεις είναι τεράστιες
Σε ό,τι αφορά τις άμεσες προκλήσεις, ο Τιερί Φρεμό, αφού τονίζει ότι “το κλειδί είναι να βρεθεί θεραπεία του ιού. Έως τότε θα ζούμε διαφορετικά”, θέτει το ζήτημα των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσουν οι κινηματογραφικές αίθουσες. “Από τις ανεξάρτητες έως τους μεγάλους ομίλους, οι προκλήσεις είναι τεράστιες, όπως και για όλη την κοινωνία. Το ίδιο ισχύει και για τα γυρίσματα, κυρίως σε περιοχές που συνεπάγονται πολλές δουλειές. Και η δουλειά των φεστιβάλ δεν θα είναι ευκολότερη το 2021, καθώς θα υπάρχουν λιγότερες ταινίες”.
Εκφράζει, τέλος, την αισιοδοξία του για το μέλλον του κινηματογράφου. “Η εξαγγελία θανάτου του κινηματογράφου δεν είναι καινούργια”. “Όλα λοιπόν θα ανακάμψουν. Όπως έγραψε ο Σαρτρ στις 'Λέξεις', από τη στιγμή που εφευρέθηκε ο κινηματογράφος, έγινε σαφές ότι δεν μπορούμε πια να ζήσουμε χωρίς αυτόν”.
Επιμέλεια: Ελένη Τσερεζόλε