Του Γιώργου Διβάρη*
Τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα κατά της πανδημίας που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση και που επιχειρούν, σύμφωνα με την ακροδεξιά και νεοφιλελεύθερη αντίληψή της, τη διάσωση της οικονομικής δραστηριότητας των πολιτών προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις διάφορων κοινωνικών κατηγοριών των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων είναι οι καλλιτέχνες και όσοι δραστηριοποιούνται στον χώρο της παραγωγής της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι φανερό πως η επόμενη ημέρα της πανδημίας, η οποία θα επέλθει μετά τη χρήση φαρμάκων και εμβολίου κατά του κορωνοϊού, σχεδιάζεται άλλωστε και από άλλες κυβερνήσεις κρατών, ως μια νέα "κανονικότητα", που περιλαμβάνει όλο το φάσμα του τρόπου ζωής των πολιτών, οικονομικές. πολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, νέες συνθήκες εργασίας και παραγωγής αγαθών στην άσκηση της νέας βιοπολιτικής και μαζί με όλα αυτά νέες ιεραρχήσεις πολιτικών και πολιτιστικών αξιών που καθορίζουν τις συναναστροφές και τον τρόπο διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Είναι επόμενο πως στους σχεδιασμούς αυτούς δεν κρύβονται οι ιδεολογικές στοχεύσεις, που προκαλούν άλλωστε και έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις με την Αριστερά καθώς η Δεξιά παραδοσιακά απαξιώνει την εργασία των εργαζομένων και ακόμη περισσότερο την εργασία των καλλιτεχνών στη σφαίρα της παραγωγικής διαδικασίας.
Όλα αυτά, βέβαια, δεν συντελούνται εν κενώ. Ήδη στην ελληνική κοινωνία διαχέεται από παλιά η αντίληψη, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στον χώρο της Αριστεράς, πως οι καλλιτέχνες δεν παράγουν τίποτε σημαντικό ή αναγκαίο για τη ζωή μας, πως στην πραγματικότητα δεν εργάζονται αλλά κάνουν το χόμπι τους και γι’ αυτό η τέχνη δεν πρέπει να πληρώνεται, πως η καλλιτεχνική εκπαίδευση δεν αποτελεί ειδικό γνωστικό αντικείμενο στο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν πρέπει να υφίσταται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κ.λπ.
Εργασία και καλλιτεχνική δραστηριότητα
Τι αξία έχει λοιπόν η καλλιτεχνική δραστηριότητα, τι είδους εργασία είναι η εργασία των καλλιτεχνών και ποια σχέση έχει στην παραγωγική διαδικασία σήμερα; Είναι εργασία;
Η εργασία αυτή καθαυτή κάθε ανθρώπου δεν διακρίνεται μόνο από ποσοτικά χαρακτηριστικά, όπως ωράριο, αριθμό παραγόμενων προϊόντων, εργατική δύναμη κ.λπ., άσχετα αν στο καπιταλιστικό και μετακαπιταλιστικό σύστημα αμείβεται τις περισσότερες φορές κατ' αυτόν τον τρόπο. Αυτή η εμμονή στα ποσοτικά χαρακτηριστικά που κυριαρχεί στα καπιταλιστικά συστήματα αποτίμησης της εργασίας των χαμηλότερων κοινωνικά στρωμάτων έχει σκοπό να επιβάλει την αναγκαστική συσσώρευση κέρδους και την καθυπόταξη της παραγωγικής διαδικασίας στην καπιταλιστική διεύθυνση της εργασίας. Η εργασία δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς ένα μεγάλο ή μικρό ποσοστό δημιουργικότητας ή επινοητικότητας και ποιότητας. Αυτή η πλευρά της εργασίας για να τελεστεί χρειάζεται να λειτουργήσει η σύνολη προσωπικότητα του ανθρώπου, όπως η μόρφωσή του, η πολιτιστική του καλλιέργεια, η ψυχοσύνθεσή του οι εμπειρίες του, οι δεξιότητές του κ.ά. Τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά χαρακτηριστικά μπορούν να εκτιμηθούν θετικά από το σύστημα εργασίας μόνον όταν αποφέρουν μεγάλο οικονομικό ή και πολιτικό κέρδος, βλέπε αριστεία. Αν δεν παράγει άμεσο και μεγάλο κέρδος ή εξυπηρέτηση των σκοπών της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, εξαφανίζονται ως διά μαγείας αυτές οι αναφορές στις αρετές της εργασίας.
Εχθρική στάση απέναντι στην τέχνη
Οι αρετές της εργασίας των καλλιτεχνών πολλαπλασιάζονται και αποδίδουν όσο αυτές διενεργούνται σε συνθήκες εργασιακής ελευθερίας. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες διάλεξαν αυτήν την εργασία γιατί ήθελαν να δημιουργούν έργα που ολοκληρώνουν την προσωπικότητά τους. Ακόμη και στους καλλιτέχνες των λεγόμενων εφαρμοσμένων τεχνών είναι εμφανή τα δημιουργικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους, γι' αυτό και σε αυτούς απαιτούνται υψηλού επιπέδου γνώσεις και αισθητική καλλιέργεια. Η δημιουργική εργασία των καλλιτεχνών αξιολογείται αντικειμενικά, κυρίως με τη δύναμη και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των έργων τους, ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο οικονομικό κέρδος που θα προκύψει. Η τέχνη δηλαδή, εκτός από πηγή πλούτου, συμβάλλει στο πολιτιστικό κεφάλαιο, στην καλλιέργεια ανθρωπιστικών αξιών, κριτικής σκέψης και στάσης, αλλά και στη μόρφωση υψηλού επιπέδου των πολιτών. Γι' αυτό τον λόγο στη βιοπολιτική η τέχνη αντιμετωπίζεται εχθρικά και κατασταλτικά. Ενώ γεωστρατηγικά ο πολιτισμός και κατά συνέπεια η τέχνη και η καλλιτεχνική παραγωγή έπαιζε πάντα και παίζει καθοριστικό ρόλο είτε κυριαρχίας των μεγάλων δυνάμεων είτε της αντίστασης σε αυτές. Επιπλέον στο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη αν δεν έχει υπάρξει παράλληλα ή πιο πριν πολιτιστική ανάπτυξη των τεχνών.
Όπως είναι κατανοητό, στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής και του χαρακτήρα της καλλιτεχνικής ανάπτυξης ασκείται σκληρή πολιτική κυριαρχίας πο, κατά τη γνώμη μου, οι αριστερές δυνάμεις στην Ελλάδα συχνά την αγνοούν γιατί είτε διακατέχονται από οικονομισμό στην άσκηση της πολιτικής τους είτε αντιμετωπίζουν την τέχνη και τον πολιτισμό εργαλειακά. Είναι καιρός λοιπόν η Αριστερά να κατανοήσει την πολιτική σημασία των τεχνών και της καλλιτεχνικής εργασίας στον τρόπο ζωής των ανθρώπων και να προβάλει τώρα το δικό της όραμα για την κοινωνία αποφεύγοντας τον οικονομισμό στις αναλύσεις της και κυρίως απαντώντας στη βιοπολιτική της Δεξιάς που σχεδιάζει και εφαρμόζει το δικό της ιδεολογικό μοντέλο στη νέα καθημερινότητά μας.
* Ο Γιώργος Διβάρης είναι εικαστικός καλλιτέχνης, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ