Για αρκετούς, παλαιότερους, που συγκροτήσαμε και συντηρούμε συλλογές, ο Άγγλος αρχιμουσικός Sir Neville Marriner (15.04.1924 - 2.10.2016) ήταν, αναπαράγοντας τα λόγια του πρώτου φίλου που μοιραστήκαμε την είδηση του θανάτου του, «ένας μαέστρος της δισκοθήκης μας», μορφή οικεία, αν και σπανίως εικονιζόμενη στα εξώφυλλα των εκατοντάδων κυκλοφοριών που κόσμησαν την καλλιτεχνική διαδρομή του. Ίσως, λοιπόν, ακόμη και για εμάς, να χρειαζόταν το αδυσώπητο άγγελμα του τέλους, προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικό μέγεθος αυτού του διακριτικού ανθρώπου, που μολαταύτα, χωρίς ίχνος υπερβολής, σημάδεψε τη μουσική ζωή του 20ού αιώνα όσο λίγοι σύγχρονοί του. Ε ναι, λοιπόν, σε εποχή λατρείας μεγεθών και ποσοτήτων, ο Μάρρινερ, με 600 περίπου ηχογραφήσεις πλέον των 2.000 έργων, υπολείπεται, κατά πάσα πιθανότητα, μόνον έναντι του Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν σε αριθμητικές επιδόσεις, παραμένοντας όμως στον αντίποδα της προσωποκεντρικής αποθέωσης του ελληνικής καταγωγής Αυστριακού. Χωρίς μάλιστα να διεκδικεί δάφνες στο «ενδιάμεσο» ρεπερτόριο μεταξύ ελαφράς και λόγιας μουσικής, ο γιος του ξυλουργού που τον δίδαξε πιάνο και βιολί, με 6,5 εκατομμύρια αντίτυπα, πιστώνεται ρεκόρ πωλήσεων για ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά υποστρώματα κινηματογραφικής ταινίας, του βραβευμένου με Όσκαρ στα 1984 «Αμαντέους» του Μίλος Φόρμαν!
Ίσως αυτό το επίτευγμα, «κερασάκι» σε ένα όρος προηγουμένων, να οδήγησε, αφεύκτως πλέον, στην απονομή τίτλου ευγενείας από τη βασίλισσα Ελισάβετ στα 1985, διάκριση που δεν εμπόδισε τον Σερ Νέβιλ να χρισθεί, μόλις πέρυσι, από τον Δούκα του Καίμπριτζ, μέλος του Τάγματος των Κυρίων της Τιμής της Αυτής Μεγαλειότητος, παράλληλα με ύψιστες διακρίσεις από τη Γαλλία και την Αυστρία. Οι αναφορές αυτές, παρά τον κίνδυνο να συσκοτίσουν προς στιγμήν την πανθομολογούμενη ταπεινότητα και ευγένεια του ανθρώπου και του μουσικού, δικαιώνουν αναδρομικά και τη διορατικότητα του Χρήστου Λαμπράκη, που, ως πρόεδρος του Συλλόγου «Φίλων της Μουσικής», κατόρθωσε να επιστρατεύσει τον Μάρρινερ ως καλλιτεχνικό διευθυντή της «Καμεράτα - Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής», με λιγοστές ίσως, λόγω υποχρεώσεων και ηλικίας, αλλά εντελώς ιδιαίτερου επιπέδου αθηναϊκές εμφανίσεις υπό την απέριττης φυσικότητας διεύθυνσή του.
Με την απώλεια του 92ετούς Μάρρινερ, που έσβησε ήσυχα στον ύπνο του ξημερώματα Κυριακής 2 Οκτωβρίου, έφυγε από τη ζωή ο τελευταίος μέχρι τέλους εν ενεργεία αρχιμουσικός (η τελευταία του εμφάνιση ήταν μόλις την αμέσως προηγούμενη Πέμπτη στην Πάδοβα της Ιταλίας) που είχε παίξει, ως βιολονίστας, για μαέστρους όπως ο Σερ Χένρυ Γουντ, ο Τοσκανίνι, ο Φουρτβαίγκλερ, ο Γιόζεφ Κριπς και ο Πιέρ Μοντέ, ο οποίος και τον έσπρωξε τελικά στη διεύθυνση της Ορχήστρας. Με σπουδές στο βιολί εντεύθεν και εκείθεν της Μάγχης (μαθητής στο Παρίσι ενός René Benedetti!), ο Μάρρινερ είχε ήδη βιώσει το αβυσσαλέο επίπεδο απειθαρχίας σε λονδρέζικες ορχήστρες, όταν βρέθηκε ως τραυματίας πολέμου στο διπλανό κρεβάτι του πρωτοπόρου τσεμπαλίστα Thurston Dart, με τον οποίο συνέπραξε εν συνεχεία, ατομικά και σε μικρά σύνολα δωματίου, προτού αναλάβει την πρωτοβουλία σχηματισμού μιας ορχήστρας δωματίου που οι μουσικοί της θα έπρεπε να πληρούν 3 προϋποθέσεις, να μπορούν να παίξουν, να αφομοιωθούν υφολογικά και να ενταχθούν συμβιωτικά σε αυτήν. Έτσι, στα 1959, γεννήθηκε η Ακαδημία του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών, όπως ήταν το όνομα της εκκλησίας, στην πλατεία Τραφάλγκαρ, όπου εγκαινίασαν τις εμφανίσεις τους. Η φρεσκάδα και η ποιότητα των ερμηνειών οδήγησε στην άμεση συμβατική τους δέσμευση από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας L’ Oiseau Lyre, σηματοδοτώντας παγκόσμια πορεία θριάμβου που όχι μόνον ανόρθωσε συνολικά την ποιότητα της μουσικής ζωής του Λονδίνου αλλά και καθόρισε εν πολλοίς το υφολογικό πλαίσιο στην ερμηνευτική διαχείριση ιδιαίτερα του κλασικού ρεπερτορίου από ορχήστρες σύγχρονων οργάνων, μέχρι του σημείου ο Μάρρινερ να κληθεί να «υπενθυμίσει» ακόμη και στη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης πώς αποδίδεται η μουσική του Μότσαρτ!
Βαλλόμενος συχνά από την τάση της «αυθεντικής» εκτέλεσης της λεγόμενης «αρχαίας» μουσικής, όπως από τον τσεμπαλίστα του Christopher Hogwood, που «αποστάτησε» γράφοντας εν συνεχεία τη δική του ιστορία επικεφαλής της Academy of Ancient Music, ο Μάρρινερ επέλεξε τη συνδυαστική απόλαυση των σύγχρονων οργάνων με την ιστορικά ευαίσθητη πρακτική και χαιρόταν τον «μεγάλο» αλλά επ’ ουδενί λόγω ογκώδη ήχο πάμπολλων συμφωνικών σχηματισμών που οδήγησε ανά την υφήλιο. Με νωπή την απώλεια των Χόγκγουντ και Χαρνονκούρ της «κλάσης» του, οι συναυλίες και ο «Μαγικός Αυλός» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών υπό τη μπαγκέτα του Μάρρινερ παραμένουν στη θύμηση με τα ευκίνητα τέμπι και τις βελούδινες σονοριτέ, χωρίς όμως παραπομπή στο πρόσωπο του ιδίου, πραγματική επιτομή του παροιμιώδους βρετανικού understatement που ισοβίως ενσάρκωσε. Η αχανής δισκογραφία του, ιδίως με τη δική του ASMF για την Argo (Decca 0289 478 6883 5, 28 CDs), θα εξακολουθήσει να φωτίζει με μετριοπάθεια, θέρμη και φωτεινότητα έναν διευρυμένο πυρήνα κεντρικού και ημικεντρικού ρεπερτορίου...