Live τώρα    
Τζιουσέπε Μαγκελάρο, επιμελητής της έκθεσης του Πολινιάνο: / Τζιουσέπε Μαγκελάρο, επιμελητής της έκθεσης του Πολινιάνο: Ελλάδα και Ιταλία πρέπει να αναζητήσουμε τα «λύτρα» για την άμεση απελευθέρωσή μας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τζιουσέπε Μαγκελάρο, επιμελητής της έκθεσης του Πολινιάνο: / Τζιουσέπε Μαγκελάρο, επιμελητής της έκθεσης του Πολινιάνο: Ελλάδα και Ιταλία πρέπει να αναζητήσουμε τα «λύτρα» για την άμεση απελευθέρωσή μας

O Tζιουζέπε Μαγκελάρο μπροστά στη λουτροφόρο που εκτέθηκε στο Παλάτσο Σαν Τζιουζέπε, στο Πολινιάνο

Το 1795 στο Πολινιάνο της Απουλίας, ο επίσκοπος της πόλης Ματία Σαντόρο φώτιζε με έναν δαυλό το εσωτερικό ενός ασύλητου τάφου που ανακάλυψε τυχαία. Η φλόγα φώτισε ένα επιβλητικό χώρο (12 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος) με τα κτερίσματα να βρίσκονται στην ίδια θέση από τα τέλη του 4ο αιώνα π.Χ. Εμπειρικός γνώστης της αρχαίας τέχνης, ο Σαντόρο εξεπλάγη από τον πλούτο των αντικειμένων που συνόδευαν τον επιφανή νεκρό. Μέτρησε συνολικά 65 αγγεία και εκατοντάδες νομίσματα με την ελληνική επιγραφή ΝΕΑΠ στην πίσω όψη - τα αρχικά της Νεάπολης Απουλίας, της ελληνικής αποικίας που στη θέση της σήμερα βρίσκεται το Πολινιάνο.

Εντυπωσιάστηκε από τέσσερα μελανόμορφα μεγάλων διαστάσεων αγγεία με εξαιρετικής τέχνης παραστάσεις. «Αντάξια βασιλικής συλλογής», όπως σημείωνε στο υπόμνημα της ανακάλυψης που έστειλε στη καθέδρα του βασιλείου που υπαγόταν η πόλη, τη Νάπολη. Αρνήθηκε να πουλήσει τα ευρήματα στον Βρετανό πρόξενο και κυνηγό αρχαιοτήτων για το υπέρογκο ποσό των 60.000 δουκάτων. Εντέλει δώρισε τα αγγεία στον ηγεμόνα της Νάπολης Φερδινάνδο, ο οποίος όταν τα παρέλαβε τα χαρακτήρισε τα «πιο σημαντικά αντικείμενα» της συλλογής αρχαιοτήτων που διατηρούσε στο παλάτι του Καποντιμόντε.

Στην αυγή του 19ου αιώνα οι στρατιές του Ναπολέοντα κατέλαβαν το Βασίλειο. Τα αγγεία θεωρήθηκαν λάφυρα και μεταφέρθηκαν στη Γαλλία. Σήμερα είναι διάσπαρτα: στο Μουσείο του Λούβρου, το Αρχαιολογικό της Φραγκφούρτης και το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης. Επίσης αγγεία από τον εν λόγω τάφο εικάζεται ότι κατέχει και το μουσείο Γκετί στο Λος Άντζελες. «Ορφανή» απέμεινε στη Νάπολη μία λουτροφόρος στο μουσείο της πόλης. Όμως δεν διασπάστηκε απλά ένας θησαυρός, αλλά η ιστορική του συνέχεια. Στις επιγραφές των μουσείων δεν αναφέρεται η πόλη «καταγωγής» των ευρημάτων αλλά γενικές πληροφορίες όπως ότι είναι ευρήματα από την Απουλία ή ότι προέρχονται από τη συλλογή του Καποντιμόντε.

Παράλληλα, στη πατρίδα του νεκρού δεν παρέμεινε τίποτα που να θυμίζει το «Μεγάλο Μαυσωλείο» όπως το είχε ονοματίσει ο Σαντόρο, του οποίου η επιστολή που συνέταξε είναι η μοναδική μαρτυρία και πειστήριο για την ύπαρξή του. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια το σημείο του ταφικού μνημείου. Η τοποθεσία ξεχάστηκε και εικάζεται πως αν έχει κάτι απομείνει βρίσκεται κάτω από θεμέλια κτηρίων που ανεγέρθηκαν αργότερα.

Σήμερα η πόλη ζητάει πίσω την ιστορία της με αποτελεσματικό συνεργό σε αυτό τον αγώνα τον Τζιουσέπε Μαγκελάρο, ο οποίος με το βιβλίο του «L' assemblea divina» (Η θεϊκή σύσκεψη) ερεύνησε και κατέγραψε το ιστορικό του «μεγάλου Μαυσωλείου». Στο πόνημά του εστίασε ειδικότερα στον ερυθρόμορφο ελικωτό κρατήρα που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο, γνωστό από το 1956 οπότε εντάχθηκε στη συλλογή του ύστερα από δημοπρασία ως αγγείο του Καποντιμόντε. Εντέλει ο σκοπός επετεύχθη. Το μουσείο αναγνώρισε την ιστορική αλήθεια. Στις πληροφορίες που αφορούν το αγγείο αναφέρεται ως προέλευση το Πολινιάνο.

Ο Τζιουσέπε Μαγκελάρο πρόσφατα οργάνωσε στο «Palazzo San Giuseppe» του Πολινιάνο έκθεση αφιερωμένη στα τέσσερα αγγεία και στα ευρήματα του τάφου, με τίτλο «Η ανακάλυψη του σεβασμιότατου Σαντόρο από τον μύθο στην πραγματικότητα». Το μουσείο της Νάπολης ανταποκρίθηκε στο αίτημα των διοργανωτών «δανείζοντας» τη λουτροφόρο. Ενώ πανομοιότυπα αντίγραφα των υπόλοιπων τριών αγγείων όπως και πληροφοριακό υλικό γνωστοποίησαν την προέλευση των αγγείων στους χιλιάδες επισκέπτες με ευανάγνωστο τρόπο. «Η έκθεση είναι το πρώτο βήμα προς τη γνώση, την ανασυγκρότηση και τη συνάντηση με την κληρονομιά μας» σημειώνει ο Μαγκελάρο, με τον οποίο μιλήσαμε με αφορμή την έκθεση, τόσο για τα ευρήματα της ταφής και την τύχη τους όσο και για τις κοινές συνιστώσες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία σε ζητήματα πολιτιστικής κληρονομιάς.

«Η προτεραιότητά μας αυτό το διάστημα είναι η γνώση και η επανασύσταση της ιστορικής ταυτότητας των ευρημάτων. Παράλληλα επεξεργαζόμαστε τη σύναψη συμβολαίων δανεισμού με τα μουσεία που κατέχουν κυρίως τα μεγάλα αγγεία. Πρόθεσή μας είναι να τα 'φιλοξενούμε' μακρόχρονα. Ήδη κάναμε το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με τη μετονομασία του αγγείου που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης» μας απάντησε για το αν υπάρχει η πρόθεση η πόλη να διεκδικήσει τους θησαυρούς που δικαίως της ανήκουν. Ενώ για το αν γνωρίζουμε την ταυτότητα του νεκρού, είπε ότι «Από τον πλούτο των κτερισμάτων, το μεγαλείο του θαλάμου και την παρουσία κράνους στη νεκρική κλίνη είμαστε σίγουροι πως ήταν ένας άνδρας, αριστοκρατικής καταγωγής και πολεμιστής». Αυτό το διάστημα πρόσθεσε: «Οι έρευνες γύρω από την ταυτότητα και το ιστορικό πλαίσιο του νεκρού συνεχίζονται με τη συνεργασία πανεπιστημίων και διεθνώς αναγνωρισμένων αρχαιολόγων. Επίσης επεξεργαζόμαστε την εικονική ανακατασκευή του 'Μεγάλου Μαυσωλείου'».

Θεωρεί ότι η πρώτη μέριμνα του κράτους είναι η εκπαίδευση των πολιτών, λέγοντας πω «Οι χώρες και οι περιοχές δεν αποτελούνται μόνο από 'ύλη', αλλά κυρίως από την αισθητική και το πνεύμα των κατοίκων. Τα κράτη μας πρέπει να προωθούν τα δίκαια για την αρχαιολογική κληρονομιά τους, προσφέροντας πρώτιστος καλλιέργεια στους πολίτες. Και αν δεν αναπτυχθεί στους πολίτες η γνώση και η ευαισθησία, αυτοί οι θησαυροί δεν είναι τίποτα άλλο παρά όμορφα, 'άλαλα', τεχνουργήματα». Ως παράδειγμα ανάφερε τη λουτροφόρο που φιλοξένησε ο εκθεσιακός χώρος «Εκεί η γοητεία του μύθου και της ιστορίας, ήταν το 'μυστικό' που ανακάλυψαν οι επισκέπτες και όχι η αισθητική του αγγείου».

Γλαφυρά απάντησε για το αν υπάρχει έδαφος για κοινές δράσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας στο θέμα του επαναπατρισμού και της προστασίας των πολιτιστικών θησαυρών, αφού προηγουμένως θύμισε τη συνάντηση του υπουργού Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά με τον Ιταλό ομόλογό του Ντάριο Φραντζεσκίνι, τον περασμένο Απρίλιο στην Αθήνα κατά τον επαναπατρισμό αρχαιοτήτων που εντοπίστηκαν στην Ιταλία ως προϊόν παράνομης εξαγωγής από την Αθήνα και το αντίστροφο, όπου είχαν μακρά συζήτηση για τη συνεργασία των δύο χωρών σ' αυτόν τον τομέα. « Ιταλία και η Ελλάδα μοιράζονται πολλά πράγματα: το μεγαλείο του παρελθόντος, την τρέχουσα οικονομική κρίση και τη δυσκαμψία των δημοσίων υπηρεσιών" λέει. "Την ίδια στιγμή, η υφήλιος είναι γοητευμένη από την ιστορία και το κάλλος των δύο χωρών. Έχουμε ήλιο, θάλασσα, ιστορία, αρχαία έργα τέχνης, μοναδικά σε αυτόν τον κόσμο, 'θεϊκή' γαστρονομία. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι με αυτά τα 'θαύματα' που μας περιστοιχίζουν είμαστε ακόμα βυθισμένοι στην κρίση. Πρέπει να αναζητήσουμε τα 'λύτρα' για την άμεση απελευθέρωσή μας μέσα από το πνεύμα και τη δύναμη που απορρέει από την καταγωγή και την Ιστορία μας. Όπως προτρέπει το δελφικό παράγγελμα 'γνώθι σ αυτόν', οφείλουμε να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, έτσι ώστε να γίνει συνείδηση η επαφή με τα θαύματα που είναι γύρω μας».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0