Η επανακυκλοφορία του συνόλου τού μέχρι τώρα καταλόγου της σε ψηφιακή μορφή (μαζί με την έναρξη κυκλοφοριών αποκλειστικά πλέον σε αυτήν) μας δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε το έργο αλλά και τον τρόπο λειτουργίας μιας αληθινά διαφορετικής από τις υπόλοιπες ελληνικής δισκογραφικής εταιρείας.
Η σημασία του θέματος βέβαια έγκειται ακριβώς στο ότι η Utopia είναι κάτι περισσότερο από «μιαν ακόμα εταιρεία», είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο όχι απλά της εγχώριας δισκογραφίας αλλά γενικότερα της Ιστορίας της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Και αυτό φυσικά, όπως συμβαίνει όχι μόνο για τις δισκογραφικές εταιρείες αλλά και για οτιδήποτε άλλο, οφείλεται στους ανθρώπους που την ίδρυσαν και εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη της λειτουργίας της.
«Ψυχή», διευθυντής και καλλιτεχνικός υπεύθυνος της Utopia είναι βέβαια ο Βαγγέλης Κατσούλης, ο οποίος τυπικά είναι συνθέτης. Στην πράξη όμως η ιδιότητα αυτή αποδεικνύεται πολύ περιοριστική για κάποιον που, εκτός του να γράφει μουσική, προχώρησε πολύ νωρίς πέραν του οργάνου του, του πιάνου και εξερεύνησε τις δυνατότητες των καινοφανών ακόμα synthesizers και ευρύτερα του ηλεκτρονικά παραγόμενου ήχου όσο ελάχιστοι τότε -πιθανώς ακόμα και τώρα- στην Ελλάδα. Κατέχοντας πλέον πολύ καλά αυτό το πεδίο, ασχολήθηκε και με την ηχοληψία, ώσπου έφτασε να τη γνωρίζει και αυτήν πολύ καλά. Το τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας ήταν η δημιουργία του προσωπικού του στούντιο, επίσης ενός από τα πρώτα στη χώρα μας αλλά και εξαρχής σχεδιασμένου με τις υψηλότερες προδιαγραφές, που εξασφαλίζουν άριστης ποιότητας ηχογραφήματα. Αυτό ήταν που έκανε εφικτή και τη δημιουργία της Utopia και τις παραγωγές της καθώς αφαίρεσε το κόστος ηχογράφησης, που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δυσβάστακτο, αν όχι αδύνατο, να καλυφθεί.
Δίπλα όμως στον Βαγγέλη Κατσούλη βρισκόταν και συνεχίζει να είναι ο Θύμιος Παπαδόπουλος, για τον οποίο επίσης η ιδιότητα «επαγγελματίας εκτελεστής» θα ήταν περιοριστική. Γιατί, εκτός από τα πνευστά (σαξόφωνο, κλαρινέτο και φλάουτο) που έχει σπουδάσει και κατέχει σε σολιστικό επίπεδο, είναι επαρκής και σε αρκετά ακόμα, όπως η κιθάρα και τα keyboards. Η τεράστια πείρα που έχει αποκομίσει από τις δισκογραφικές και συναυλιακές συνεργασίες του με τα περισσότερα από τα σημαντικά ονόματα της σημερινής ελληνικής μουσικής τον έκανε όμως να πάει πολύ πιο μακριά ακόμα και από αυτό. Είναι ένας από τους καλύτερους ενορχηστρωτές που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, και αυτό, σε συνδυασμό με τη γνώση του όχι μόνο των μηχανημάτων αλλά και όλου του περιβάλλοντος του στούντιο, τον καθιστούν και ικανότατο παραγωγό.
Ήταν φυσικό λοιπόν δύο τέτοιοι εραστές αλλά και αληθινοί «εργάτες» της μουσικής να δώσουν πολύ μεγάλη προσοχή όχι μόνο στην ποιότητα των ηχογραφημάτων που κυκλοφορούσαν αλλά και στην από κάθε πλευρά υψηλή αισθητική τους. Εστιάζοντας καταρχήν στη σύγχρονη μουσική, στη συνέχεια στη jazz και όλο και συχνότερα στον συνδυασμό τους, οι δίσκοι της Utopia ξεχώριζαν και για την υψηλή ποιότητα τους, από τις ηχογραφήσεις και το να μεταφερθούν άρτια αυτές στο προς διάθεση προϊόν μέχρι τα υψηλής αισθητικής αξίας, μερικές φορές και πρωτοποριακά, εξώφυλλά τους. Αυτά χαρακτήριζαν όλες τις κυκλοφορίες της Utopia σε βινύλιο μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του '90, οπότε διέκοψε τη δραστηριότητά της, οριστικά όπως ομολογουμένως είχαμε πιστέψει οι περισσότεροι τότε.
Είχαμε όμως κάνει λάθος, γιατί ο Βαγγέλης Κατσούλης και ο Θύμιος Παπαδόπουλος τη δραστηριοποίησαν εκ νέου σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, στα τέλη του '13. Αυτή τη φορά φυσικά οι κυκλοφορίες της είναι σε CD και μάλιστα διανέμονται από τη Μικρή Άρκτο του Παρασκευά Καρασούλου. Πριν από λίγο καιρό μάλιστα οι δύο ιδρυτές (και πολύ στενοί φίλοι και τακτικότατοι συνεργάτες, περιττό μάλλον να το πούμε) της Utopia έκαναν και το τελικό βήμα για την είσοδό της στη νέα εποχή, κυκλοφορώντας το μεγαλύτερο μέρος του καταλόγου της σε ψηφιακή μορφή και το οποίο φυσικά διατίθεται από όλα τα γνωστά on line ανάλογα καταστήματα. Είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να έρθει σε επαφή και να γνωρίσει το έργο της Utopia μια νέα γενιά μουσικόφιλων, των πλέον απαιτητικών τουλάχιστον εξ αυτών που δεν αρκούνται στις «φτηνές», εμπορικές και ευρύτατα διαδεδομένες εμπορικές επιλογές που προωθούνται πανταχόθεν. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε συνοπτικά σε αυτές τις επανακυκλοφορίες.
Το «Parastasis») είναι το δεύτερο (και τελευταίο) και καλύτερο album των Iskra, του γκρουπ τεσσάρων κορυφαίων μουσικών της jazz -του πιανίστα Τάκη Φαραζή, του σαξοφωνίστα David Lynch, του μπασίστα Γιώργου Φακανά και του ντράμερ Νίκου Τουλιάτου- πού όχι μόνο διαμόρφωσαν μια νέα κατεύθυνσή της για την Ελλάδα αλλά και στη συνέχεια λάμπρυναν με το παίξιμό τους τις συναυλίες και τους δίσκους πολλών σημαντικών δημιουργών και ερμηνευτών. Τα «Post Minimalism» και «Missing Links I & II» είναι δύο πολύ ενδιαφέροντες δίσκοι του συνθέτη, κιμπορντίστα και κιθαρίστα Δημήτρη Πετζετάκη, οι οποίοι διερευνούν το μεταμινιμαλιστικό μουσικό τοπίο. To «SKYcape» ήταν ο πρώτος δίσκος που έδειξε την αυτοσχεδιαστική και jazz πλευρά του βιρτουόζου του πιάνου Βασίλη Τσαμπρόπουλου, η οποία εκδηλώθηκε και αναπτύχθηκε στη συνέχεια στις κυκλοφορίες του στην εμβληματική γερμανική εταιρεία ECM και ακολουθήθηκε από το «You» στη δεύτερη και σημερινή περίοδο της Utopia. Το «Chameleon» είναι ένα από τα καλύτερα albums του σπουδαίου Πολωνού jazz τρομπετίστα Tomasz Stańko. To «Anicca», που κυκλοφόρησε στη νέα περίοδο της εταιρείας, είναι ένας αληθινά θαυμάσιος δίσκος του ημέτερου δεξιοτέχνη της jazz τρομπέτας Ανδρέα Πολυζωγόπουλου.
Επίσης από τη δεύτερη περίοδο της Utopia είναι το «La Musique A Moi» με ορχηστρικές συνθέσεις για φλάουτο, βιολί ή τον συνδυασμό τους και τραγούδια με την ίδια οργανική συνοδεία του Κλοντ Ντεμπισί. Πρόκειται για μια όμορφη και αρκούντως ανανεωτική προσέγγιση στο έργο του Γάλλου ιμπρεσιονιστή δημιουργού, που επιμελήθηκε η φλαουτίστρια Ναταλία Γεράκη, και στην οποία συμπράττουν ο πιανίστας Διονύσης Μαλλούχος, η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη και ο μπάσος Θάνος Αποστόλου, ενώ αφηγήτρια είναι η Μάνια Παπαδημητρίου. Η πλέον ίσως πειραματική δουλειά μέχρι τώρα της εταιρείας είναι η συλλογή «Sing As If Nobody’s Listening» με δεκαέξι συνθέσεις πολύ γνωστών Ελλήνων και μη μουσικών, που όμως άπαντες χρησιμοποιούν ψευδώνυμα τα οποία τους επιτρέπουν να διευρύνουν ή και να διαρρήξουν τα εκφραστικά τους όρια.
Οι υπόλοιπες ψηφιακές επανακυκλοφορίες της Utopia είναι του ίδιου του Βαγγέλη Κατσούλη, αφού σε αυτήν προφανώς ανήκει ένα μεγάλο τμήμα της δισκογραφίας του. Σε αυτές αποτυπώνεται όλη η μουσική του διαδρομή, από τον μινιμαλισμό -θεωρείται, και δικαιολογημένα, όχι μόνον ο εισηγητής αλλά ακόμα και τώρα ο κυριότερος εκπρόσωπος του ιδιώματος στη χώρα μας- σε φόρμες που πλησίαζαν όλο και περισσότερο την jazz και οδήγησαν στην ώσμωση των δύο σε ένα αδρότατα προσωπικό του ύφος. Με χρονολογική σειρά από τα «Whispers Of Imnorality» και «Minimal Suite - Double Image» της αρχής και των μέσων αντίστοιχα της δεκαετίας του ’80, που δείχνουν τις μινιμαλιστικές του ρίζες, στο «Silent Voyage», το κορυφαίο έργο του με jazz λεξιλόγιο, και από αυτό στην όπερα «Orfeo», η οποία ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής και προεκτείνει το ύφος του Μοντεβέρντι, και το σαγηνευτικά ατμοσφαιρικό «The Slipping Beauty» είναι κάτι παραπάνω και από φανερή η πορεία του δημιουργού προς μια μουσική όλο και ωριμότερη και πιο μεστή σε ουσία.
Η πλέον πρόσφατη κυκλοφορία του Βαγγέλη Κατσούλη είναι αποκλειστικά ψηφιακή, εγκαινιάζοντας έτσι και αυτή τη διάσταση της Utopia. Ο τίτλος του περυσινού «Back To Minimalism» καταδεικνύει το περιεχόμενό του, δύο πιο καινούργιες και τρεις παλαιότερες μεγάλης διάρκειας συνθέσεις του που σηματοδοτούν την -προσωρινή ή μη- επάνοδο στο αγαπημένο του μινιμαλιστικό ιδίωμα. Τέλος, μόνο ψηφιακό είναι και το «Live» του Αποστόλη Άνθιμου, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και στο οποίο ο γεννημένος στην Πολωνία αλλά από Έλληνες φυσικά γονείς εκπληκτικός κιθαρίστας -με τη συνοδεία των εξαίρετων Etienne Mbappe στο μπάσο και Gary Husband στα ντραμς- επιδίδεται στην αγαπημένη του εξερεύνηση των ορίων ανάμεσα στο rock και την jazz, είτε στην περιοχή που αποκαλείται jazz rock ή fusion είτε εκτός αυτής. Όσοι/ες πιστεύετε λοιπόν ότι η μουσική δεν έχει σκοπό μόνο να... "εξημερώνει τα ήθη" αλλά και να τέρπει την ψυχή και να τροφοδοτεί το μυαλό, έχετε πολλούς λόγους να επισκεφθείτε, ακόμα και ψηφιακά πλέον, αυτή την ηχητική «Ουτοπία»!
ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ