«Στη ζωή αγαπάει κανείς ό,τι ξεθωριάζει»: Μια φράση βγαλμένη από τη διαφημιστική καμπάνια της μεγαλύτερης εμπορικής αποτυχίας στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, που οδήγησε στη χρεοκοπία της παραγωγού εταιρείας, της θρυλικής United Artists. Στα 1980, η «Πύλη της Δύσεως» του Μάικλ Τσιμίνο, η πιο φιλόδοξη ταινία του αμερικανικού κινηματογράφου τα τελευταία πενήντα χρόνια, γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος ενός συντηρητικού και μνησίκακου συστήματος που δεν μπορεί να ανεχθεί μια ανάγνωση της ιστορίας του Φαρ Ουέστ μέσα από συγκρούσεις γαιοκτημόνων και φτωχών μεταναστών. Ο Μάικλ Τσιμίνο, που δεν συνήλθε ποτέ από εκείνη την σύγκρουσή του με το κατεστημένο του αμερικανικού κινηματογράφου, πέθανε προχθές σε ηλικία 77 ετών. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, Έρικ Βάισμαν, ο Τσιμίνο βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Λος Άντζελες από φιλικά του πρόσωπα που προσπαθούσαν χωρίς επιτυχία να επικοινωνήσουν μαζί του. Είχε σκηνοθετήσει μόλις οκτώ ταινίες, και η «αναγνώριση» ήρθε με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τον «Ελαφοκυνηγό» το 1978. Είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη από οικογένεια Ιταλών μεταναστών και από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τη λογοτεχνία. Το 1962 μπαίνει στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ για να σπουδάσει γλυπτική και ταυτόχρονα αρχίζει να δημιουργεί για λογαριασμό της τηλεόρασης ντοκιμαντέρ και διαφημιστικά, ενώ στη συνέχεια παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στο Actor's Studio. Το 1971 μετακομίζει στο Λος Άντζελες και αρχίζει να γράφει σενάρια για ταινίες. Συνυπέγραψε το «Silent Running» του 1972 με τον Μπρους Ντερν και το «Magnum Force» (τη δεύτερη ταινία της σειράς του «Βρώμικου Χάρι») το 1973. Στη συνέχεια ο Κλιντ Ίστγουντ τον στήριξε για την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα το 1974 με το «Thunderbolt and Lightfoot» (ελληνικός τίτλος: «Η μεγάλη ληστεία της Μοντάνα»), μια περιπέτεια που έδωσε στον πρωταγωνιστή Τζεφ Μπρίτζες υποψηφιότητα για Όσκαρ Β' ανδρικού ρόλου.
Ο «Ελαφοκυνηγός» του 1978 τοποθέτησε τον Μάικλ Τσιμίνο ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα του νέου αμερικανικού κινηματογράφου (Ρόμπερτ Όλτμαν, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Μάρτιν Σκορσέζε, Μπράιαν Ντε Πάλμα), και οδήγησε στην επιβράβευση με πέντε Όσκαρ, παρόλο που ορισμένοι είχαν μιλήσει τότε για «ρατσιστική» ματιά στον βιετναμέζικο λαό. Το επόμενο εγχείρημά του, «Η πύλη της Δύσεως» (Heavens Gate), ξεπέρασε πολλές φορές τον προϋπολογισμό (ξεκίνησε από τα 7,5 εκατομμύρια δολάρια για να φτάσει στα 44 εκατομμύρια δολάρια), και η τελική κόπια κατακρεουργήθηκε από τους παραγωγούς, που έκοψαν τουλάχιστον 200 λεπτά από την αρχική εκδοχή του δημιουργού της (ευτυχώς, πριν από λίγα χρόνια ο Τσιμίνο κατάφερε να ξαναμοντάρει την ταινία σύμφωνα με τα δικά του σχέδια, και η βερσιόν του σκηνοθέτη προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας). Οι επόμενες ταινίες του θεωρήθηκαν δουλειές διεκπεραίωσης, και δεν κατάφερε ποτέ να ξαναβρεί την έμπνευση της δεκαετίας του '70.